Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

Το επόμενο κραχ

Σήμερα, 15 Σεπτεμβρίου, συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την κατάρρευση της Lehman Brothers και την παραλίγο κατάρρευση της Wall Street, που πυροδότησε τη Μεγάλη Υφεση.
Αφού «έπιασε πάτο» το 2009, η οικονομία παρουσίασε σταθερή ανάπτυξη και το χρηματιστήριο εκτοξεύτηκε στα ύψη, όπως και τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων.
Αλλά οι περισσότεροι Αμερικανοί ζουν ακόμη στη σκιά της Μεγάλης Υφεσης. Τα ποσοστά απασχόλησής τους αυξήθηκαν βέβαια. Αλλά ο μέσος όρος των αποδοχών δεν έχει αυξηθεί, αν συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός.
Και πολλοί εξ αυτών βρίσκονται σήμερα σε χειρότερη θέση, λόγω του αυξανόμενου κόστους για κατοικία, περίθαλψη και εκπαίδευση – ενώ και η αξία των ακινήτων και των άλλων περιουσιακών στοιχείων τους παραμένει συγκριτικά μικρότερη σε σχέση με το 2007.
Πέρσι, σύμφωνα με μια έρευνα του Urban Institute, περίπου τέσσερις στις δέκα αμερικανικές οικογένειες δυσκολεύτηκαν να καλύψουν τουλάχιστον μία βασική τους ανάγκη – είτε για τη διατροφή των μελών τους, είτε για ιατρικές ανάγκες, ενοίκια ή λογαριασμούς.
Ολα τα παραπάνω στοιχεία συντείνουν στο ότι οδεύουμε προς το ίδιο είδος «κραχ» που ζήσαμε το 2008, το οποίο μπορεί να αποδειχθεί εξίσου καταστροφικό με εκείνο του 1929.
Αν απομακρύνει κανείς τα χρηματο-οικονομικά «μπάζα» από αυτά τα δύο παλαιότερα κραχ, θα διαπιστώσει ότι αμφότερα τροφοδοτήθηκαν από διευρυνόμενες ανισορροπίες ανάμεσα στην αγοραστική δύναμη της πλειονότητας των ανθρώπων και την παραγωγική τους ικανότητα ως εργαζομένων. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτή η ανισορροπία ήταν που οδήγησε στην οικονομική κατάρρευση.
Η συγκεκριμένη ανισορροπία αυξάνεται ξανά. Το πλουσιότερο 1% των Αμερικανών «τσεπώνουν» σήμερα το 20% του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος και κατέχουν πάνω από το 40% του συσσωρευμένου πλούτου στις ΗΠΑ. Τα νούμερα αυτά προσεγγίζουν τις αντίστοιχες στατιστικές «κορυφές» του 1928 και του 2007.
Τα κραχ συμβαίνουν στην αμερικανική οικονομία όταν αυτή γίνεται υπερβολικά εμπροσθοβαρής – διότι η οικονομία έχει ανάγκη από την καταναλωτική δαπάνη για να παραμένει λειτουργική, αλλά οι πλούσιοι δεν ξοδεύουν ανάλογο ποσοστό από τα σωρευμένα χρήματά τους, όπως κάνουν η μεσαία τάξη και οι φτωχοί.
Για ένα διάστημα, η μεσαία τάξη και οι φτωχοί μπορούν να κρατήσουν ενεργή την οικονομία και χωρίς τα χρήματα των πλουσίων, μέσω του δανεισμού.
Αλλά, όπως το 1929 και το 2008, οι φούσκες του χρέους κάποια στιγμή σκάνε. Πλησιάζουμε επικίνδυνα σε αυτό το σημείο.
Το πρώτο τρίμηνο του 2018, τα χρέη των αμερικανικών νοικοκυριών σημείωσαν νέο ιστορικό ρεκόρ, φτάνοντας τα 13,2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σχεδόν το 80% των Αμερικανών ζουν σήμερα «μήνα με τον μήνα», από μισθό σε μισθό.
Σε πρόσφατη έρευνα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Fed, το 40% των ερωτηθέντων δήλωσαν πως δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους αν ξαφνικά αντιμετώπιζαν μια έκτακτη ανάγκη μόλις 400 δολαρίων. Ως τώρα εξυπηρετούσαν τα χρέη τους επειδή τα επιτόκια δανεισμού παρέμεναν χαμηλά. Αλλά η εποχή των χαμηλών επιτοκίων πλησιάζει στο τέλος της.
Το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι ότι οι Αμερικανοί ξοδεύουν περισσότερα χρήματα απ’ όσα βγάζουν. Το πρόβλημα είναι πως δεν βγάζουν αρκετά για να συμβαδίζουν με την πορεία της οικονομίας. Τα περισσότερα κέρδη πηγαίνουν στην κορυφή.
Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε τα χρόνια πριν από το κραχ του 2008. Μεταξύ 1983 και 2007, τα χρέη των νοικοκυριών αυξάνονταν, ενώ τα περισσότερα οικονομικά οφέλη πήγαιναν στις τσέπες του 1%. Αν η πλειονότητα των νοικοκυριών έπαιρνε μεγαλύτερο μερίδιο από τα οφέλη της οικονομίας, δεν θα αναγκαζόταν να βυθιστεί τόσο βαθιά στα χρέη.
Αντιστοίχως, ανάμεσα στο 1913 και το 1928, η αναλογία ανάμεσα στα ιδιωτικά χρέη και το ΑΕΠ σχεδόν διπλασιάστηκε.
Οπως είχε εξηγήσει αργότερα ο Μάρινερ Εκλις, διοικητής της Fed από το 1934 ώς το 1948: «Είναι σαν ένα παιχνίδι πόκερ, όπου οι μάρκες συγκεντρώνονται σε όλο και λιγότερα χέρια: οι υπόλοιποι παίκτες μπορούν να μείνουν στο παιχνίδι μόνο αν δανείζονται μάρκες από τους έχοντες. Αλλά κάποια στιγμή ο δανεισμός επί πιστώσει τερματίζεται και τότε το παιχνίδι σταματά».
Μετά το κραχ του 1929, η κυβέρνηση εφηύρε νέους τρόπους για να ενισχύσει τις απολαβές και την κατανάλωση: το συνταξιοδοτικό σύστημα (Social Security), τα επιδόματα ανεργίας, τις πληρωμένες υπερωρίες, τον κατώτατο εξασφαλισμένο μισθό, τις υποχρεωτικές συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων και τελικά το μεγάλο πρόγραμμα πλήρους απασχόλησης, που έγινε γνωστό σαν Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Μετά το κραχ του 2008, η αμερικανική κυβέρνηση έσπευσε να διασώσει τις τράπεζες και να «τρομπάρει» αρκετά χρήματα στην οικονομία ώστε να σταματήσει την πτώση. Ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς το «Affordable Care Act» (τη μεταρρύθμιση του συστήματος περίθαλψης από τον Ομπάμα, γνωστή στον υπόλοιπο κόσμο ως «Obamacare»), δεν έκανε τίποτα για να αντιμετωπίσει το κυρίαρχο πρόβλημα των παγωμένων μισθών.
Ο Τραμπ και οι Ρεπουμπλικάνοι μεγαλοπαράγοντες που τον στηρίζουν καταργούν σήμερα τους κανόνες που εγκρίθηκαν για να σταματήσουν τον υπερβολικά επικίνδυνο δανεισμό της Wall Street.
Αλλά η μεγαλύτερη συμβολή του Τραμπ στο επόμενο κραχ είναι το ενεργό σαμποτάζ του «Affordable Care Act», η ουσιαστική κατάργηση των πληρωμένων υπερωριών, τα εμπόδια στη συμμετοχή των εργαζομένων στα συνδικάτα, οι φοροπερικοπές για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους πλουσίους, αλλά όχι και για την πλειονότητα των εργαζομένων, το «ψαλίδι» στα προγράμματα υποστήριξης των φτωχών και οι προτεινόμενες περικοπές στα εναπομείναντα ομοσπονδιακά προγράμματα περίθαλψης Medicare and Medicaid – μια δέσμη μέτρων που άμεσα ή έμμεσα συμπιέζουν το τελικό εισόδημα των περισσότερων Αμερικανών.
Δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι η πραγματική ρίζα της Μεγάλης Υφεσης δεν ήταν η τραπεζική κρίση.
Ηταν η αυξανόμενη ανισορροπία ανάμεσα στην καταναλωτική δαπάνη και τη συνολική οικονομική παραγωγή, όπως διαμορφώθηκε από τους λιμνάζοντες μισθούς και τη διευρυνόμενη ανισότητα.
Η ανισορροπία αυτή επέστρεψε. Τον νου σας στα πορτοφόλια σας.
*Ο Ρόμπερτ Ράιχ είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ, πρώην υπουργός Εργασίας στην κυβέρνηση του Μπιλ Κλίντον και διάσημος επικριτής του μοντέρνου καπιταλισμού. Στην Ελλάδα κυκλοφορεί το βιβλίο του «Καπιταλισμός για τους πολλούς, όχι για τους λίγους» (Λιβάνης), ενώ πολύ γνωστό είναι και το ντοκιμαντέρ «Inequality for All» («Ανισότητα για όλους», 2013), για τις ρίζες αλλά και τις συνέπειες της κρίσης του 2008. Το παραπάνω άρθρο του δημοσιεύτηκε στην προσωπική του ιστοσελίδα και μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.(από την εφΣυν)
Μετάφραση: Γιώργος Τσιάρας

Δέκα χρόνια μετά*

lehman2.jpg

Η κατάρρευση της Lehman BrothersAP Photo
Πάνε δέκα χρόνια από τότε που χρεοκόπησε η αμερικανική επενδυτική τράπεζα Lehman Brothers, επιφέροντας ένα τεράστιο κραχ στις παγκόσμιες χρηματαγορές και σηματοδοτώντας τη βαθύτερη οικονομική ύφεση στην παραγωγή, στις επενδύσεις και στην απασχόληση από το κραχ του 1929, το οποίο σήμερα ονομάζουμε Μεγάλη Υφεση.
Αξίζει να θυμηθούμε ορισμένα από τα μαθήματα και τις επιπλοκές αυτού του οικονομικού σεισμού. Πρώτον, οι επίσημοι θεσμοί και οι συστημικοί οικονομολόγοι δεν τον προέβλεψαν ποτέ. Τον Οκτώβριο του 2007 το ΔΝΤ συμπέραινε ότι «στις αναπτυγμένες οικονομίες οι οικονομικές υφέσεις έχουν σχεδόν εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου».
Οταν το βάθος της κρίσης αποκαλύφθηκε το 2008, ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ο Αλαν Γκρίνσπαν, έλεγε στο αμερικανικό Κογκρέσο: «Βρίσκομαι σε μια κατάσταση σοκ και δυσπιστίας [...] διότι βάδιζα επί σαράντα και περισσότερα χρόνια με σημαντικά στοιχεία ότι (ο καπιταλισμός) λειτουργεί εξαιρετικά καλά».
Οταν ρωτήθηκε τι προκάλεσε τη Μεγάλη Υφεση, ο νομπελίστας και κορυφαίος οικονομολόγος Γιουτζίν Φάμα απάντησε: «Δεν γνωρίζουμε τι προκαλεί τις υφέσεις. Δεν είμαι ειδικός στη μακρο-οικονομία και δεν αισθάνομαι άσχημα γι’ αυτό. Ποτέ δεν γνωρίζαμε. Οι συζητήσεις συνεχίζονται μέχρι σήμερα για το τι προκάλεσε τη Μεγάλη Υφεση. Τα οικονομικά δεν είναι και πολύ καλά στο να εξηγούν τις ταλαντεύσεις στην οικονομική δραστηριότητα [...] Εάν μπορούσα να έχω προβλέψει την κρίση, θα το είχα κάνει. Δεν το βλέπω. Μακάρι να ήξερα περισσότερα για το τι προκαλεί τους επιχειρηματικούς κύκλους».
Ομως και οι περισσότεροι ετερόδοξοι οικονομολόγοι επίσης δεν είδαν το κραχ να έρχεται. Υπήρξαν λίγες εξαιρέσεις: Το 2003 ο Ανουάρ Σάικ εξέφραζε την εκτίμηση ότι η πτώση στην κερδοφορία του κεφαλαίου και στις επενδύσεις οδηγούσε σε μια νέα ύφεση.
Και όντως το 2005 έλεγε: «Δεν έχει ξαναϋπάρξει τέτοια σύμπτωση κύκλων από το 1991. Και αυτή τη φορά θα συνοδευτεί από την πτώση της κερδοφορίας. Θα φτάσουμε στον πάτο μέχρι το 2009-2010! Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να περιμένουμε μια πολύ οξεία οικονομική κάμψη σε βαθμό που δεν έχουμε δει από το 1980 ή και πιο πριν».
Ορισμένοι το έριξαν στη θεωρία των πιθανοτήτων: θα ήταν ένα γεγονός μία στο εκατομμύριο. Οι περισσότεροι είδαν μόνο τα επιφανειακά φαινόμενα του οικονομικού κραχ και συμπέραναν ότι η Μεγάλη Υφεση ήταν το αποτέλεσμα της οικονομικής απερισκεψίας των απορρυθμισμένων τραπεζών ή κάποιου «χρηματοπιστωτικού πανικού». Από τους κύριους κεϊνσιανούς οικονομολόγους, ο Πολ Κρούγκμαν εκτιμούσε ότι ήταν «μια τεχνική δυσλειτουργία» η οποία έπρεπε και όφειλε να διορθωθεί μέσω της αποκατάστασης της «επαρκούς ζήτησης».
Ελάχιστοι ανέτρεξαν στην αυθεντική άποψη του Μαρξ για τις αιτίες των υφέσεων στην παραγωγή. Ενας απ’ αυτούς ήταν ο Γουλιέλμο Καρτσέντι ο οποίος εξηγούσε: «Προσεγγίζουμε ένα σημείο στο οποίο θα υπάρξει ένας μαζικός και ξαφνικός αποπληθωρισμός στον χρηματοπιστωτικό και στον κερδοσκοπικό τομέα. Παρότι φαίνεται λες και η κρίση ξεκίνησε απ’ αυτούς, η αρχική αιτία βρίσκεται στην παραγωγική σφαίρα και στην ακόλουθη πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους». Η κερδοφορία στους παραγωγικούς τομείς των μεγάλων καπιταλιστικών οικονομιών έφτασε σε ιστορικά χαμηλά το 2007. Αυτό ενθάρρυνε μια τεράστια αύξηση του πλασματικού κεφαλαίου (αγορά ομολόγων και μετοχών), η οποία δεν στηριζόταν σε μια επαρκή βελτίωση στα κέρδη από παραγωγικές επενδύσεις.
Η πτώση των κερδών σήμανε την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και έτσι, μια δραστική περικοπή των επενδύσεων. Ακολούθησε μια πτώση στην παραγωγή, στην απασχόληση και στα εισοδήματα κ.ο.κ. Είχαμε δηλαδή τη Μεγάλη Υφεση.
Η Μεγάλη Υφεση τελείωσε στα μέσα του 2009. Αυτό που συμβαίνει από τότε είναι ένα μακροχρόνιο ράλι στις χρηματαγορές – το μεγαλύτερο από το 1945. Ομως είναι ταυτόχρονα η πιο ασθενής οικονομική ανάκαμψη στην ιστορία του καπιταλισμού με χαμηλή ανάπτυξη, λιμνάζον εμπόριο και μικρές επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες – μια περίοδος την οποία έχω ονομάσει «Μακρά Υφεση».
Μπορεί οι αγορές μετοχών και ομολόγων να έχουν εμφανίσει αύξηση, αφού ενισχύθηκαν από φτηνή, σχεδόν δωρεάν πίστωση από τις κεντρικές τράπεζες, αλλά η κερδοφορία του παραγωγικού κεφαλαίου στις μεγαλύτερες οικονομίες δεν έχει επανέλθει στα προηγούμενα υψηλά, παρά τη λιτότητα στις δημόσιες υπηρεσίες, τα όρια στους μισθούς και τις περικοπές στη φορολογία των εταιρειών.
Την ίδια στιγμή, τα εταιρικά και δημόσια χρέη έχουν αυξηθεί σε επίπεδα-ρεκόρ, έτσι ώστε ένα σημαντικό τμήμα των ασθενέστερων επιχειρήσεων με το ζόρι να εξυπηρετούν το χρέος τους.
Και τώρα οι κεντρικές τράπεζες, με πρώτη την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, έχουν αρχίσει να αναστρέφουν την «ποσοτική χαλάρωση» και αυξάνουν πολύ τα επιτόκια.
Το κόστος δανεισμού και αποπληρωμής του χρέους θα ανέβει, σε μια περίοδο ακριβώς που η κερδοφορία εξασθενεί. Αυτή είναι η συνταγή για ένα νέο κραχ τύπου Lehman Brothers.
Οι λεγόμενες αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Αργεντινή, η Τουρκία και η Νότια Αφρική, αντιμετωπίζουν ήδη προβλήματα. Εάν υπάρξει μια νέα κάμψη τον επόμενο ή τα επόμενα χρόνια, τότε και η αποκαλούμενη «ανάκαμψη» στην Ελλάδα θα αρχίσει να παραπαίει.
*Το άρθρο γράφτηκε αποκλειστικά για την «Εφημερίδα των Συντακτών».
**Εργάζεται στο Σίτι του Λονδίνου και προσεγγίζει την οικονομία από μαρξιστική σκοπιά. Στο μπλογκ του, thenextrecession.wordpress.com, αναλύει σε τακτική βάση τις οικονομικές εξελίξεις και ο αναγνώστης μπορεί να βρει ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες απόψεις για την κρίση, αλλά και για τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Τελευταίο του βιβλίο είναι το «Η Μεγάλη Υφεση: οι κύκλοι του κέρδους, η οικονομική κρίση». (ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΦΣΥΝ)
Μετάφραση – επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

Εκθεση ΕΚΤ: Ολέθριο λάθος με την υπερβολική λιτότητα... φταίει ο πολλαπλασιαστής (από το tvxs)
Οι πληγείσες από τη χρηματοπιστωτική κρίση χώρες της ΕΕ έπρεπε να μειώσουν δραστικά τις δαπάνες για να λάβουν βοήθεια από την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ - προφανώς ήταν ένας ολέθρια λανθασμένος υπολογισμός», γράφει η Handelsblatt σε σχετικό της άρθρο.
Το άρθρο συνεχίζει, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων:
«Επιδείνωσαν και επιμήκυναν την κρίση που ξεκίνησε το 2008 στην Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ); Απαίτησαν ως τρόικα από τις κυβερνήσεις, οι οποίες χρειάζονταν τα προγράμματα βοήθειας, υπερβολικές περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων; Πίεσε γενικά πάρα πολύ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να γίνουν;
Για τον Ολιβιέ Μπλανσάρ (Olivier Blanchard), o oποίος διετέλεσε επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ από το 2008 έως το 2015, η απάντηση ήταν ξεκάθαρη εδώ και πολύ καιρό. Το 2010 τασσόταν ακόμα υπέρ των περικοπών δαπανών ως το κύριο μέσο για την αντιμετώπιση κρίσεων, όπως αυτής στην Ελλάδα, αλλά ήδη από το 2013 δημοσίευσε με τον αντιπρόσωπό του Ντάνιελ Λι (Daniel Leigh) μια έκθεση, η οποία ισοδυναμούσε με παραδοχή ενοχής. Η οικονομία στις χώρες του προγράμματος είχε καταρρεύσει πολύ ισχυρότερα από τις προβλέψεις. Από αυτό οι δύο συντάκτες της έκθεσης συμπέραναν ότι οι κρατικές προσπάθειες λιτότητας επιβράδυναν περισσότερο από το αναμενόμενο τις οικονομικές επιδόσεις.
Τεχνικά διατυπωμένο αυτό σημαίνει ότι ο πολλαπλασιαστής των κυβερνητικών δαπανών δεν βρισκόταν στο σύνηθες 0,5, αλλά σαφώς πάνω από το 1. Επομένως, η μείωση του προϋπολογισμού κατά ένα ευρώ συμπιέζει την οικονομική επίδοση όχι μόνο κατά μισό ευρώ, αλλά περισσότερο από ένα ευρώ. Ετσι όμως η αυστηρή πολιτική λιτότητας ερχόταν σε αντίθεση με τον στόχο της μείωσης του δείκτη χρέους.
Θρησκευτικός πόλεμος γύρω από την πολιτική περικοπών
Η συζήτηση για τις συνέπειες της πολιτικής περικοπών διεξήχθη σαν ένα είδος θρησκευτικού πολέμου, ιδίως μεταξύ Γερμανών και Αγγλοσαξόνων οικονομολόγων και πολιτικών. Οι πρώτοι τάσσονταν κατά κανόνα υπέρ της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ οι άλλοι υπέρ μιας δημοσιονομικής πολιτικής που ενισχύει την ανάπτυξη.
«Η εγκατάλειψη των προσπαθειών εξυγίανσης των δημόσιων προϋπολογισμών θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ», προειδοποιούσε, για παράδειγμα, ο επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών του Μονάχου (Ifo) Κλέμενς Φιστ το 2016, ενώ ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Τζακ Λιου ανακοίνωνε το ίδιο έτος πριν από τη συνεδρίαση της ομάδας των G20: «Η G20 δεν συζητούν πλέον για το θέμα ανάπτυξη εναντίον λιτότητας, αλλά για το πως μπορούν να εφαρμόσουν καλύτερα τη δημοσιονομική τους πολιτική για να στηρίξουν την ανάπτυξη».
Τέσσερις οικονομολόγοι της ΕΚΤ υπολόγισαν τα στοιχεία της ανάλυσης Μπλανσάρ βασιζόμενοι σε βελτιωμένα στοιχεία, και το συμπέρασμα δημοσιεύτηκε στο Ερευνητικό Δελτίο της ΕΚΤ (ECB Research Bulletin) με τίτλο «Learning about fiscal multipliers during the European sovereign debt crisis» («Μαθαίνοντας για τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρωπαϊκού χρέους»).
Ιδίως έχει βελτιωθεί η κατάσταση πληροφόρησης σχετικά με το ύψος του τεκμαιρόμενου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πολλαπλασιαστή. Οι Μπλανσάρ και Λι έπρεπε τότε να υποθέσουν ότι η Επιτροπή είχε εκκινήσει από την εν πολλοίς αποδεκτή παραδοχή ενός πολλαπλασιαστή 0,5. Οι Βρυξέλλες κρατούν παραδοσιακά ιδιαίτερα χαμηλούς τόνους σε ό,τι αφορά στις υποθέσεις των προβλέψεων και κρίσεων τους.
Ο Μπλανσάρ συνέκρινε την πραγματική οικονομική ανάπτυξη στις χώρες που βρίσκονταν σε πρόγραμμα σε σχέση με τις προβλέψεις και απέδωσε το λάθος στο ότι ο πολλαπλασιαστής έπρεπε να είναι υψηλότερος από τον υπολογιζόμενο 0.5 - πολύ υψηλότερος μάλιστα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να μην ανακοινώνει βέβαια ακόμα την εκτίμησή της για τον πολλαπλασιαστή, έχει γίνει όμως από άλλης απόψεως περισσότερο διαφανής, με αποτέλεσμα η εκτίμηση να μπορεί να προσδιοριστεί έμμεσα. Η ερευνητική ομάδα της ΕΚΤ χρησιμοποίησε από τη μια πλευρά τις κανονικές προβλέψεις της Επιτροπής και από την άλλη προγνώσεις σύμφωνα με τη διαδικασία σε περίπτωση υπερβολικού ελλείμματος.

Οι πρώτες καταρτίζονται με βάση την υπόθεση μιας δημοσιονομικής πολιτικής όπως αυτή καθορίζεται στους προϋπολογισμούς. Στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, η Επιτροπή υποθέτει ότι θα ακολουθήσουν πρόσθετα μέτρα εξυγίανσης, τα οποία ήταν αναγκαία, ώστε να μειωθεί το έλλειμμα μέχρι ένα συγκεκριμένο έτος κάτω από το 3% του ΑΕΠ. Από τη σύγκριση αυτών των προβλέψεων μπορεί να υπολογιστεί ένας τεκμαρτός δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής.
Το συμπέρασμα της ομάδας της ΕΚΤ είναι εντυπωσιακό. Βέβαια, διαπιστώνουν ότι ο πολλαπλασιαστής ήταν σύμφωνα με αυτή τη μέθοδο υπολογισμού κάτω του 1, δηλαδή χαμηλότερος απ' ό, τι υπολογίζεται από τους Μπλανσάρ και Λι, και ότι η Επιτροπή έμαθε με τα χρόνια κάποια πράγματα και δέχεται ένα συνεχώς υψηλότερο πολλαπλασιαστή. Λιγότερο κολακευτικό είναι όμως το πού οφείλεται το χαμηλότερο αποτέλεσμα για τον πολλαπλασιαστή. Οφείλεται στο γεγονός ότι η Κομισιόν δεν έλαβε υπόψη στα πρώτα χρόνια τον συνήθη πολλαπλασιαστή 0,5, αλλά προφανώς εκκινούσε από το ότι βρίσκεται κοντά στο μηδέν.
Με άλλα λόγια, εκκινούσε από το γεγονός ότι οι περικοπές των κρατικών δαπανών δεν θα είχαν σχεδόν καθόλου αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία. Στην πραγματικότητα, οι Βρυξέλλες, η Φρανκφούρτη και το Βερολίνο παρέπεμπαν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση στην άποψη του οικονομολόγου του Χάρβαρντ Αλμπέρτο Αλεσίνα (Alberto Alesina) σχετικά με την επεκτατική επίδραση των περικοπών των κρατικών δαπανών.
Μαθαίνοντας από τα λάθη
Η ομάδα της ΕΚΤ καταδεικνύει ότι, με την πάροδο των ετών, η Επιτροπή έμαθε ότι οι οικονομίες των χωρών που βρίσκονταν σε πρόγραμμα υπέφεραν πολύ περισσότερο απ' ό, τι είχε υποτεθεί. Από σχεδόν μηδέν το 2010 και το 2011, αύξησε -σύμφωνα με τους υπολογισμούς- μέχρι την τελευταία διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, τον τεκμαρτό πολλαπλασιαστή σε βάρος της Γαλλίας σε 0,9 το 2015. Αυτό είναι πολύ κοντά στο ένα και θα σήμαινε ότι δύσκολα θα μπορούσε να υπολογίσει κανείς ότι η μείωση του ελλείμματος θα μειώσει το χρέος σε σχέση με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν.
Με τον συνεχώς υψηλότερα υπολογιζόμενο πολλαπλασιαστή συμβάδιζε το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητούσε μικρότερες περικοπές από τις κυβερνήσεις που είχαν υπερβολικά μεγάλο έλλειμμα. Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν τη μετριοπαθέστερη πολιτική λιτότητας ως τον λόγο που χώρες οι οποίες αντιμετώπιζαν κρίση, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, παρουσιάζουν και πάλι μια ισχυρή οικονομική ανάπτυξη από το 2015.
Αν και οι κυβερνήσεις αντιτάχθηκαν στις απαιτήσεις λιτότητας από τις Βρυξέλλες, ο Επίτροπος Νομισματικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί παραιτήθηκε από την επιβολή κυρώσεων το 2016 με το επιχείρημα ότι δεν ήταν «πολιτικά και οικονομικά η σωστή στιγμή». Η στιγμή δεν ήρθε όμως ούτε αργότερα, κυρίως επειδή οι οικονομίες των δύο εξεγερθεισών χωρών αναπτύχθηκαν πολύ καλύτερα απ' ό, τι είχε προβλέψει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Oι διαπιστώσεις που δημοσίευσε τώρα η ομάδα της ΕΚΤ φαίνεται πως έχουν διαρρεύσει στα διοικητικά όργανα της ΕΚΤ ήδη από το 2014. Στις «Εισαγωγικές παρατηρήσεις» των μηνιαίων συνεντεύξεων Τύπου του Μάριο Ντράγκι ακόμα τον Ιανουάριο του 2014 αναφέρεται ότι είναι «ουσιαστικής σημασίας» να μην μειωθούν οι μέχρι τώρα προσπάθειες για δημοσιονομική εξυγίανση. Από τον Φεβρουάριο δεν γινόταν πλέον λόγος για την «ουσιαστική σημασία» τους. Από τον Απρίλιο, οι κυβερνήσεις έπρεπε πλέον μόνο να αποφεύγουν την οπισθοδρόμηση στην προτέρα κατάσταση, ενώ τον Δεκέμβριο ολοκληρώθηκε η αλλαγή του και αναφερόταν: «Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να στηρίξει την οικονομική ανάκαμψη». Αυτό ίσχυε μέχρι τις αρχές του 2017, οπότε ο Ντράγκι ξαναστράφηκε προς την ουδέτερη σύστασή του για την οικονομική πολιτική και από το Δεκέμβριο του 2017 καλεί και πάλι να «δημιουργηθούν οικονομικά μαξιλάρια».


Εάν η ανάλυση της ομάδας της ΕΚΤ είναι ορθή, τότε οι Αγγλοσάξονες είχαν δίκιο στην κριτική τους και η κρίση στις ιδιαίτερα πληγείσες χώρες του Νότου θα ήταν συντομότερη και λιγότερο βαθιά, αν οι Βρυξέλλες και η Φρανκφούρτη είχαν ακούσει νωρίτερα τα επιχειρήματά τους».

Κυριακή 26 Αυγούστου 2018

Κυνισμός, κτηνωδία και έλλειψη ηθικής στιγμάτισαν τα τρία ελληνικά μνημόνια

Αυτοί που διασώθηκαν ήταν οι γαλλικοί και γερμανικοί τραπεζικοί όμιλοι και αυτοί που πλήρωσαν ήταν οι Έλληνες πολίτες.
Κάτι παραπάνω από επικριτικό είναι άρθρο της αμερικανικής ιστοσελίδας The Atlantic, αναφορικά με τα τρία ελληνικά μνημόνια, αλλά και την κατάσταση στην οποία περιήλθε η οικονομία της χώρας μας από το 2010 έως και το 2018.
Στο άρθρο – το οποίο υπογράφει ο James K. Galbraith– σημειώνεται ότι η παραπάνω περίοδος ήταν απόλυτα καταστροφική για την Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα.
Αναλυτικότερα τονίζεται ότι:
Το διάστημα 2010 έως 2018 θα γραφεί στην ελληνική ιστορία ως μία επική περίοδος που η χώρα μετατράπηκε σε αποικία, όπου τα περιουσιακά της στοιχεία πάρθηκαν ή ιδιωτικοποιήθηκαν, όπου η χρηματοδότηση σε υγεία και εκπαίδευση εκμηδενίστηκε.
Μία περίοδος χρεοκοπιών, κατασχέσεων, ανθρώπων που έμειναν άστεγοι και απελπισμένοι.
Μία περίοδος ανεργίας, μετανάστευσης και αυτοκτονιών.
Αυτά ήταν τα χρόνια των τριών μνημονίων ή «προγραμμάτων χρηματοδοτικής βοήθειας», τα οποία συνοδεύθηκαν από «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», οι οποίες υποτίθεται ότι θεσπίστηκαν για να στηρίξουν την «ανάκαμψη» της Ελλάδας, μετά την κατάρρευσή της λόγω και της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2010.
Στην πραγματικότητα ήταν μία απάτη που διαπράχθηκε ενάντια στην Ελλάδα και την Ευρώπη, με την εφαρμογή μίας σειράς κάκιστων πολιτικών που βασίστηκαν σε ακραίες θεωρίες «οικονομικής ηθικής», που βοήθησαν δεξιές πολιτικές παρατάξεις να κρύψουν τα απλήρωτα χρέη.
Αυτό ήταν διάσωση (bailout);
Πρόκειται για έναν όρο που υποδεικνύει μία σιωπηρή αποδοκιμασία.
Όπως λέγεται συχνά «οι Έλληνες ζούσαν κάνοντας πάρτι και κάποια στιγμή έφθασε η ώρα να πληρώσουν».
Όντως κάποιοι στην Ελλάδα έκαναν πάρτι, αλλά αυτοί ήταν οι ολιγάρχες, με πλοία και σπίτιαστο Λονδίνο και με λογαριασμούς στην Ελβετία, τους οποίους απέκτησαν από μίζες που έλαβαν από αμυντικές εταιρείες, εταιρείες κατασκευών και εξοπλισμών από Γερμανία, Γαλλίακαι ΗΠΑ.
Και όντως υπήρξε διάσωση.
Αυτή, όμως, την πλήρωσαν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι και τα χρήματά τους κατευθύνθηκαν ώστε να διασωθούν οι προβληματικές τράπεζες Γαλλίας και Γερμανίας.
Απλά η Ελλάδα ήταν ο «ενδιάμεσος» για να επιτευχθεί αυτό και οι Έλληνες πλήρωσαν ακριβά με τις ζωές τους και ήταν απλά τα πιόνια σε αυτό το παιχνίδι.
Το τρίτο μνημόνιο ολοκληρώθηκε στις 20 Αυγούστου 2018. Η Ελλάδα το εφάρμοσε για τρία χρόνια, έλαβε 61,9 δις. ευρώ και τώρα μπορεί να δανειστεί εκ νέου από τις αγορές.
Η ολοκλήρωση του μνημονίου οδηγεί και στην ακύρωση της άμεσης εποπτείας της οικονομίας από την τρόικα: ΔΝΤ, Κομισιόν και ΕΚΤ.  Όμως οι επιπτώσεις, οι μετά-μνημονιακές δεσμεύσεις και οι συνέπειες θα παραμείνουν.
Γυρίζοντας στο 2010 θυμόμαστε ότι μαζί με την Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία και Ιταλία είχαν, επίσης, προβλήματα.
Η μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση έπληξε όλη την Ευρώπη, αλλά προκάλεσε σοβαρότερα πλήγματα στις πιο αδύναμες χώρες και η Ελλάδας ήταν η πιο αδύναμη.
Η οικονομία της συρρικνώθηκε 25% και η ανεργία των νέων ξεπέρασε το 50%.
Το μνημόνιο ήταν η εύκολη λύση.
Ξεκίνησε ένα παιχνίδι για το ελληνικό χρέος, βασισμένο σε αισιόδοξες εκτιμήσεις και σε πολιτικές μεταρρυθμίσεων που δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Οι πολιτικές αυτές προήλθαν από το ΔΝΤ, το οποίο χρησιμοποίησε το κλασικό του ρεπερτόριο αναφορικά με λιτότητα και «μεταρρυθμίσεις».
Αρκετά κορυφαία στελέχη του ΔΝΤ από Αυστραλία, Ελβετία, Βραζιλία και Κίνα εξέφρασαν αντιρρήσεις.  Αλλά αυτές αγνοήθηκαν.
Το Ταμείο δεν είχε δουλειά και είχε ξεμείνει και από χρήματα, λόγω της αποτυχίας των προγραμμάτων του αλλά και των χωρών που αγνόησαν τις συμβουλές του.
Εκείνη την εποχή ο επικεφαλής του ήθελε να γίνει ο επόμενος πρόεδρος της Γαλλίας.
Έτσι η Ελλάδα έλαβε το μεγαλύτερο δάνειο στην ιστορία του ΔΝΤ, ύψους 289 δισ. ευρώ.
Αυτά τα χρήματα προήλθαν, σε μεγάλο βαθμό, από τους Αμερικανούς φορολογούμενους.
Στην Αθήνα ομάδες των ΔΝΤ, ΕΚΤ και Κομισιόν που έφθασαν στην Ελλάδα ζούσαν σε πολυτελή ξενοδοχεία με έξοδα των Ελλήνων και τους συνόδευαν ένστολοι στις επισκέψεις τους στα ελληνικά υπουργεία, όπου και επέβαλαν τις πολιτικές που ήθελαν.
Το 2015 έμειναν σε ένα ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων και τους δόθηκε υψηλή προστασία από ειδικές δυνάμεις, οι άνθρωποι των οποίων, όμως, δεν φορούσαν στολές. Μάλιστα οι Draghi και Lagarde είχαν διαμαρτυρηθεί γι’ αυτήν τη συμπεριφορά.
Τι πολιτικές στήριξαν;
Πώληση σε εξευτελιστικές τιμές της δημόσιας περιουσίας αλλά μόνο αυτής που ήταν, ήδη, επικερδής.
Ολλανδικές και γερμανικές εταιρείες έσπευσαν να αγοράσουν φθηνά.
Στην αγορά εργασίας καταργήθηκαν όλοι οι κανόνες, όπως για παράδειγμα οι συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Κανείς, όμως, δεν λέει ότι καμία κινεζική ή γερμανική βιομηχανία δεν πρόκειται να μετακομίσει στην Ελλάδα ακόμη και εάν οι Έλληνες δεχθούν να δουλέψουν τσάμπα.
Αυξήθηκε ο ΦΠΑ, μειώθηκαν οι συντάξεις και εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι εκδιώχθηκαν.
Οι Έλληνες επαναστάτησαν, όπως είχαν κάθε δικαίωμα, το 2015.
Όμως η ΕΚΤ έριξε τότε το τελευταίο της χαρτί: μπορούσε να κλείσει τις τράπεζες και να κατασχέσει τις καταθέσεις, αναγκάζοντας την Ελλάδα να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη και πιθανώς και την ΕΕ.
Η κυβέρνηση, έχοντας υπονομευθεί από αυτήν την πολιτική, υποχώρησε.
Το τρίτο μνημόνιο υπογράφηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ, η αριστερή σύμπραξη που είχε κατακτήσει την εξουσία τον Ιανουάριο του 2015, έως τον Ιούλιο του 2015 είχε μετατραπεί σε μοντέλο φυλακισμένου από τις ευρωπαϊκές ελίτ.
Η ειρωνεία είναι ότι το 2012 υπήρξε μετάθεση των αποπληρωμών του ελληνικού χρέους.
Τώρα υπάρχει ένα πρωτογενές πλεόνασμα.
Το μνημόνιο τελείωσε αλλά όχι και η λιτότητα.
Το χρέος θα διογκωθεί εκ νέου σε μακροχρόνιο ορίζοντα και οι δεσμεύσεις για πρωτογενή πλεονάσματα διαρκούν 40 χρόνια.
Εξ όλων των απόψεων η αντίσταση των Ελλήνων έσπασε, ως εκ τούτου φάνηκε ότι είναι ασφαλές να τους αφήσουν ήσυχους. Προς το παρόν.
Όμως η καταστροφή δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.
Ο κυνισμός και η βιαιότητα που υπέστη η χώρα είναι ορατή σε όποιον θέλει να τη δει.
Το γεγονός ότι η Ευρώπη επέβαλε ιδιωτικοποιήσεις σε ένα από τα πιο αδύναμα μέλη της, όχι γιατί από αυτό θα υπήρχε κάποιο όφελος, αλλά για να «παραδειγματιστούν» Ιταλοί και Γάλλοι –όπως είχε παραδεχθεί ο Wolfgang Schaeuble σε κατ’ ιδίαν συζήτησή του με τον τότε υπουργό Οικονομικών της Ελλάδα, Γ. Βαρουφάκη.
Η ελληνική υπόθεση έστρεψε τη γαλλική αριστερά ενάντια στην Ευρώπη και οδήγησε στην περίεργη συγκυβέρνηση που υπάρχει σήμερα στην Ιταλία.
Οι Γερμανοί και οι Ανατολικοευρωπαίοι σαφώς δεν συμπαθούν τους Έλληνες, το αντίθετο τους απεχθάνονται. Αλλά υπέκυψαν στην «αλληλεγγύη» που πούλησε η Angela Merkel και άλλοι για να δώσουν τα κοινοβούλιά τους έγκριση για τα ελληνικά δάνεια.
Η Ευρώπη έχει καταστραφεί απ’ όλες τις πλευρές.
Μπορεί η οικονομία της να παραμένει ενωμένη αλλά πολιτικά υπάρχουν τεράστιες διαφορές.
Έχει ανάγκη θεσμούς και πολιτικές που στηρίζουν την κοινωνική ισορροπία, τη μεταρρύθμιση στον χρηματοοικονομικό τομέα και την πλήρη απασχόληση, δηλαδή πολιτικές εντελώς αντίθετες με τις εθνικιστικές αντιδράσεις που καταγράφονται.
Αρκετοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι χρειάζεται ένα «New Deal for Europe», προκειμένου το ευρωπαϊκό οικοδόμημα να παραμείνει, μακροπρόθεσμα, ενωμένο.
*Πηγή: theatlantic.com
** Σημείωση Σύνταξης Iskra: Το κείμενο του James Galbraith είναι ενδιαφέρον. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε τον Ιούλιο του 2015 δυνατότητα να εφαρμόσει εναλλακτική προοδευτική πολιτική χωρίς να υπογράψει μνημόνιο. Η ΕΕ, επίσης, εδώ που έχει φτάσει, παρά το «New Deal», που ουτοπικά προτείνει ο Galbraith, δεν διορθώνεται, παρά μόνο ανατρέπεται.

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Frankfurter Rundschau: Οι δανειστές έσωσαν τον εαυτό τους, όχι τους Ελληνες

Πρέπει να δοθεί τέλος στην αυταπάτη της πίστης στη λιτότητα
Frankfurter Rundschau: Οι δανειστές έσωσαν τον εαυτό τους, όχι τους Ελληνες
εκτύπωση  

«Τα προγράμματα δανείων για την Ελλάδα λήγουν, δισεκατομμύρια έχουν δοθεί, αλλά ποιον ή τι ακριβώς έσωσαν οι δανειστές της», αναρωτιέται σε σχετικό άρθρο της η γερμανική εφημερίδα «Frankfurter Rundschau».

«Αυτές τις μέρες ακουγόταν σποραδικά κάποια πράγματα για την Ελλάδα. Αφενός επειδή ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών έχει συμφωνήσει κάτι με την Αθήνα, το οποίο μπορεί να το πουλήσει ως επιτυχία (αντιμετώπιση του προσφυγικού) και αφετέρου επειδή η 20ή Αυγούστου σηματοδοτεί το τέλος των ευρωπαϊκών πιστωτικών προγραμμάτων και ο τυχερός παραλήπτης του τελευταίου πακέτου στέκεται και πάλι στα πόδια του», αναφέρεται μεταξύ άλλων στο άρθρο και προστίθεται: «Ποιος είναι όμως ο τυχερός παραλήπτης; Είναι οι Έλληνες πολίτες; Όχι, στην πλειοψηφία τουλάχιστον όχι, αφού έχει διαδοθεί πια πως εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πρέπει να επιβιώσουν με λιγότερα από 400 ευρώ το μήνα, χωρίς καμία προοπτική βελτίωσης. Οι συντάξεις έχουν περικοπεί, το σύστημα υγείας είναι άγνωστο εάν θα μπορέσει να τους σώσει όταν έχουν πρόβλημα υγείας, ο ΦΠΑ έχει αυξηθεί κατόπιν εντολής των δανειστών και πλήττει κυρίως του φτωχότερους, ενώ οι ειδικοί φοβούνται έκρηξη της φτώχειας».

Και συνεχίζει: «Όχι, κανείς δεν βοήθησε "τους Έλληνες πολίτες" και κανείς δεν τους έσωσε. Καθόλου περίεργο, αφού στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό εισέρρευσε μόνο το δέκα τοις εκατό των περίπου 300 δισεκατομμύρια ευρώ των δανείων σύμφωνα με αξιόπιστους υπολογισμούς. Το συντριπτικό ποσοστό πήγε στις προβληματικές τράπεζες και στους δανειστές του ελληνικού κράτους. Η Γερμανία εισέπραξε κατά το διάστημα του "προγράμματος διάσωσης" τόκους ύψους 2,9 δισ. ευρώ από την Ελλάδα, ενώ ο γερμανικός προϋπολογισμός λειτουργεί απλώς ως εγγυητής, δεν χρειάστηκε δηλαδή να δώσει στην Ελλάδα ούτε ένα σεντ.

Όμως, ο υπολογισμός των αυτοαποκαλούμενων "σωτήρων" είναι φυσικά διαφορετικός: Τώρα που η Ελλάδα έχει έναν ισορροπημένο προϋπολογισμό, επιστρέφει η εμπιστοσύνη των αγορών. Κανένα πρόβλημα επομένως αφού η Αθήνα θα μπορεί να δανειστεί τα χρήματα που χρειάζεται για να εξυπηρετήσει το χρέος της, μεταξύ άλλων, προς την ΕΕ. Χάρη σε ένα φιλικό προς τις επενδύσεις κλίμα (και την τεράστια μείωση των μισθών, κάτι που λέγεται όμως χαμηλόφωνα) θα προσελκυστούν επιχειρήσεις, οι οποίες θα δημιουργήσουν περισσότερες θέσεις εργασίας, ευημερία και φορολογικά έσοδα.

Μπορεί κανείς να το θέσει και διαφορετικά: Οι περισσότεροι Έλληνες έπρεπε να πληρώσουν πικρά το γεγονός ότι η χώρα τους είναι ξανά "ανταγωνιστική". "Ανταγωνιστικότητα" στην περίπτωση αυτή σημαίνει ακριβώς αυτό που εννοούν με τον όρο αυτό εδώ και χρόνια και οι γερμανικές κυβερνήσεις : Ένα κράτος πρέπει να λειτουργεί σαν μια επιχείρηση. Αν "οι αγορές" δεν το εμπιστεύονται πλέον, πρέπει να μειώσει τις δαπάνες και μάλιστα σε βάρος εκείνων που είναι περισσότερο αδύναμοι να αμυνθούν».

«Με αυτή την έννοια», προστίθεται, «τα προγράμματα βοήθησαν πραγματικά και έφεραν τη σωτηρία. Βοήθησαν το ελληνικό κράτος να εξυπηρετήσει το χρέος του, μια βοήθεια χάρη στην οποία οι δανειστές βοήθησαν κυρίως τους εαυτούς. Και σώθηκε ένα σύστημα που επιτρέπει να μετατρέπονται τα κράτη σε ομήρους των χρηματοπιστωτικών αγορών, εάν δεν αποταμιεύουν χρήματα για τον προϋπολογισμό τους σε βάρος των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων.

Μερικοί θα υποστηρίξουν ότι η Ελλάδα βρέθηκε από μόνη της στο αδιέξοδο. Απέκρυψε επί μακρόν το χρέος της, ευνόησε την οικογενειοκρατία και δεν εισέπραττε με δίκαιο τρόπο τους φόρους. Αυτό είναι σωστό, και δεν θα είχε κανείς να αντιτάξει τίποτα εάν πράγματι το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα βοηθούσε να εξαλειφθούν αυτά τα φαινόμενα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση για να αποκατασταθεί η νεοφιλελεύθερη εκδοχή της ανταγωνιστικότητας.

Έχουν υπάρξει πολλές προτάσεις από ορισμένους οικονομολόγους για να βοηθηθεί η ελληνική οικονομία να σταθεί στα πόδια της μέσω ενός μεγάλου επενδυτικού προγράμματος, το οποίο θα βελτίωνε τις υποδομές της (συμπεριλαμβανομένου του φορολογικού συστήματος) και θα τις έφτανε σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ναι, αυτό θα είχε κοστίσει χρήματα. Όμως, παντού όπου δημιουργούνται νομισματικές ενώσεις με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί ένα σύστημα αλληλεγγύης που μετριάζει το χάσμα και "παραπλεύρως" να δημιουργεί και θέσεις εργασίας.

Αντίθετα, τώρα η Ελλάδα "επιτρέπεται" να δανείζεται στην ελεύθερη αγορά. Αυτό δεν θα αλλάξει τίποτα στον εκτοπισμό εκατομμυρίων πολιτών της από τον κόσμο της ευημερίας. Και ορισμένοι προβλέπουν ήδη την επόμενη "κρίση χρέους". Θα αλλάξει τρόπο σκέψης τότε η Ευρώπη; Σίγουρα όχι εάν δεν ασκηθεί πίεση από τις κοινωνίες, ώστε να δοθεί ένα τέλος στην αυταπάτη της πίστης στη λιτότητα».
Από το Βήμα

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018


 

Δημογραφική «βόμβα» απειλεί τη χώρα και την οικονομία

Με το 21% των κατοίκων της να είναι άνω των 65 ετών, η Ελλάδα δεν θα μπορεί τις ερχόμενες δεκαετίες να παράγει επαρκή πλούτο για τους πολίτες της
Δημογραφική «βόμβα» απειλεί τη χώρα και την οικονομία
Η μάχη του δημογραφικού θα πρέπει να αποτελέσει εθνικό στόχο, καθώς διαφορετικά η γήρανση του πληθυσμού μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις
Κοινή χρήση1
εκτύπωση  

Αν και το μεγάλο στοίχημα της Ελλάδας παραμένει η επιστροφή σε ισχυρούς και διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να επουλωθούν σε εύλογο διάστημα οι πληγές της δεκαετούς κρίσης, εν τούτοις η πραγματική μάχη της χώρας ίσως θα πρέπει να δοθεί στο δημογραφικό μέτωπο.

Σε κάθε περίπτωση, η μάχη του δημογραφικού θα πρέπει να αποτελέσει εθνικό στόχο, καθώς διαφορετικά η «δημογραφική κατάθλιψη» μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις ακόμα και για τη βιωσιμότητα της χώρας, τουλάχιστον με τη σημερινή μορφή της.

Με τους θανάτους να ξεπερνούν τις γεννήσεις, τους νέους και μορφωμένους να μεταναστεύουν και την Ελλάδα να έχει έναν από τους πιο γερασμένους πληθυσμούς στην Ευρώπη, όχι μόνο η χώρα δεν θα μπορεί τις ερχόμενες δεκαετίες να παράγει επαρκή πλούτο για τους πολίτες της, αλλά ίσως βρεθεί αντιμέτωπη με την ίδια τη βιωσιμότητά της ως ενός σύγχρονου έθνους-κράτους.



Χώρα 8,9 εκατομμυρίων κατοίκων ως το 2050


Πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου του Βερολίνου εκτιμούσε ότι ο πληθυσμός της χώρας μας θα μειωθεί στα 9,9 εκατομμύρια ως το 2030 και στα 8,9 εκατομμύρια ως το 2050 (8,3 εκατομμύρια, υποστηρίζουν οι πιο απαισιόδοξες μελέτες), σε σύγκριση με 10,7 εκατομμύρια περίπου σήμερα και 11,1 εκατομμύρια το 2009, προτού δηλαδή η «Μεγάλη Ελληνική Υφεση» αρχίσει να ξεδιπλώνεται, ενώ και η Eurostat αποφάνθηκε πως το 2080, με 7,2 εκατομμύρια ανθρώπους η Ελλάδα θα βρίσκεται στο ναδίρ της ΕΕ.

Οταν όμως ο πληθυσμός μειώνεται, ο αντίκτυπος στην οικονομία είναι ανάλογος, αφού περιορίζονται τόσο οι καταναλωτές όσο και οι εν δυνάμει παραγωγοί, ενώ καθώς το εργατικό δυναμικό μειώνεται κατά -0,4% ετησίως, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για να επιτευχθεί ανάπτυξη 1%, η αύξηση της παραγωγικότητας πρέπει να φθάσει το 1,4%. Η γήρανση του πληθυσμού όμως συνεχίζεται, ενώ η αύξηση της παραγωγικότητας είναι πολύ αδύναμη, αφού τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει παραμείνει ουσιαστικά στάσιμη, παρατηρούσε η Rabobank.

Με δείκτη ολικής γονιμότητας στο 1,3 (προβλεπόμενος μέσος αριθμός παιδιών ανά γυναίκα) έναντι του 2,1 που θα πρέπει να είναι για να διατηρηθεί σταθερός ο πληθυσμός, η Ελλάδα έχει σήμερα σχεδόν τη χαμηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ενωση, διατηρώντας έναν από τους πιο γερασμένους πληθυσμούς στην Ευρώπη, καθώς πάνω από το ένα πέμπτο των κατοίκων της (το 21%) είναι άνω των 65 ετών. Σαν να μην έφθανε αυτό, μια μελέτη του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων αναδεικνύει και το φαινόμενο της διαρκούς και δυσανάλογης αύξησης του «υπέργηρου» πληθυσμού (80 ετών και άνω), που αποτελεί μία από τις συνιστώσες του δημογραφικού προβλήματος στην Ελλάδα. Η Ελλάδα κατέχει τον τρίτο υψηλότερο δείκτη υπεργηρίας (λόγος του πληθυσμού ηλικίας 80 ετών και άνω προς τον πληθυσμό 65 ετών και άνω) μεταξύ των 28 κρατών-μελών της ΕΕ (30,6%), μετά την Ισπανία (32,0%) και τη Γαλλία (31,1%).

Η «γήρανση μέσα στη γήρανση», όπως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διαφορετικά η υπεργηρία, και η ταχύτερη αύξηση του πληθυσμού άνω των 80 ετών, σε σχέση με την εξέλιξη των υπόλοιπων πληθυσμιακών ομάδων, όπως για παράδειγμα ο πληθυσμός σε ενεργό ηλικία, θα μπορούσε δυνητικά να προκαλέσει σημαντικές ανισορροπίες με άμεσο αντίκτυπο στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, από το 2009 τα ποσοστά ανεργίας των πτυχιούχων υπερδιπλασιάστηκαν, καθώς η μεγαλύτερη αύξηση του αριθμού των ανέργων σημειώθηκε μεταξύ των αποφοίτων ανώτατης εκπαίδευσης (179,1%), ενώ η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ των «28» όσον αφορά την απασχόληση αποφοίτων της ανώτατης εκπαίδευσης.

Ετσι, όπως εκτιμούσε η Eurobank, 450.000 Ελληνες ηλικίας κάτω των 45 ετών, κατά μεγάλο ποσοστό υψηλού μορφωτικού επιπέδου και τεχνικής κατάρτισης, αναζήτησαν επαγγελματικές ευκαιρίες εκτός Ελλάδος (brain drain).
Η ετήσια συμμετοχή τους στο ΑΕΠ των χωρών υποδοχής ξεπερνά μάλιστα τα 13 δισ. ευρώ και το φορολογικό αποτέλεσμα τα 9,5 δισ. ευρώ, την ώρα που το κόστος της εκπαίδευσής τους για το ελληνικό κράτος ξεπερνούσε τα 8 δισ. ευρώ.



Εθνική ανάγκη ο επαναπατρισμός

Αν και για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων ετών που η Adecco Ελλάδας διερευνά το θέμα της απασχολησιμότητας στην Ελλάδα το brain drain εμφανίζει πτωτική πορεία, καθώς η τάση αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό υποχώρησε στο 22% εφέτος από 33% το 2017, εν τούτοις ο επαναπατρισμός αυτού του ανθρώπινου δυναμικού αναμφισβήτητα θα πρέπει να αποτελέσει εθνικό στόχο.

Γενικά πάντως, σύμφωνα με μελέτη του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων θα ήταν λάθος να ταυτιστεί η μεταναστευτική εκροή με τους γηγενείς και η μεταναστευτική εισροή με τους αλλοδαπούς, αφού την περίοδο της κρίσης εκτιμάται ότι σε κάθε 10 αλλοδαπούς που εισήλθαν στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν 8 γηγενείς που επίσης εισήλθαν στη χώρα μας και για κάθε 10 γηγενείς που έφυγαν από αυτήν αντιστοιχούσαν 9 αλλοδαποί που έκαναν το ίδιο. Ετσι, η (αρνητική) καθαρή μετανάστευση της περιόδου της κρίσης οφείλεται κατά 60% στην κινητικότητα των γηγενών και κατά 40% σε αυτήν των αλλοδαπών.


Τα αντίδοτα στο πρόβλημα



Η εντυπωσιακή μείωση των γεννήσεων, η γήρανση του πληθυσμού και η εκτόξευση της αποδημίας θα καταλήξουν σε μεγάλη συρρίκνωση του πληθυσμού της χώρας μας και σε αύξηση της αναλογίας των ηλικιωμένων. Οι γηράσκοντες πληθυσμοί κοστίζουν και συμπιέζουν την ανάπτυξη, προειδοποιεί η ΕΚΤ. Οι προβλέψεις δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την Ελλάδα, η οποία παρά τις πρόσφατες παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό σύστημα φαίνεται πως το 2070 θα βρεθεί αντιμέτωπη με τον πλέον σκληρό πυρήνα του δημογραφικού: την εκτόξευση του δείκτη εξάρτησης ηλικιωμένων από τον πληθυσμό που βρίσκεται σε παραγωγική ηλικία.

Ενώ σήμερα η αναλογία βρίσκεται στο 33%, ήτοι σε 100 άτομα ηλικίας 15-64 ετών αντιστοιχούν 33 συνταξιούχοι, το 2070 η αναλογία αυτή θα εκτιναχθεί στο 63% και συνεπώς για κάθε 100 ανθρώπους που είναι σε παραγωγική ηλικία για εργασία (15-64 ετών) θα υπάρχουν 63 άτομα ηλικίας από 65 ετών και άνω.

Η επόμενη ημέρα των μνημονίων, πέρα από την προσπάθεια στο οικονομικό μέτωπο, θα πρέπει να συμπεριλάβει στρατηγικές τόνωσης των γεννήσεων, όσο και τη διαμόρφωση ενός θετικού μεταναστευτικού ισοζυγίου, προσελκύοντας ανθρώπινο δυναμικό και αμβλύνοντας παράλληλα τη δυναμική της «διαρροής εγκεφάλων».

Από την άλλη πλευρά, ίσως ένα από τα βασικά διακυβεύματα τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με μελέτη του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων, να είναι και η διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών, καθώς το ζήτημα της αναπλήρωσης του πληθυσμού αναμένεται να λάβει ανησυχητικές κοινωνικο-οικονομικές διαστάσεις με σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, δεδομένου ότι ο «υπέργηρος» πληθυσμός της Ελλάδας θα αυξάνεται συνεχώς την επόμενη εικοσαετία, ενώ τίθεται επιτακτικά το ερώτημα ως προς το «πώς» θα αναπροσαρμοστεί το οικονομικό μοντέλο τόσο της χώρας όσο και ειδικότερα των τοπικών παραγωγικών συστημάτων, όπου παρατηρούνται οι εντονότερες δυσαναλογίες μεταξύ νεότερου και υπέργηρου πληθυσμού.
Από το Βήμα