Κυριακή 21 Αυγούστου 2016

Το τέλος της κληρονομιάς

Oι νέοι μη αντέχοντας τα φορολογικά βάρη αποποιούνται την ακίνητη περιουσία των γονιών τους – Η κρίση δημιουργεί νέα ήθη
Το τέλος της κληρονομιάς
Οι γονείς εμφανίζονται ιδιαίτερα απρόθυμοι να μεταβιβάσουν ακίνητα στα παιδιά τους, τα οποία αντιμετωπίζουν με αμηχανία και φόβο το ενδεχόμενο να φορτωθούν ένα τέτοιο βάρος
εκτύπωση  

H οικονομική κρίση αλλάζει ριζικά τη σχέση της ελληνικής οικογένειας με την ακίνητη περιουσία της, όπως δείχνει το φαινόμενο της αποποίησης κληρονομιάς που τείνει να λάβει μαζικές διαστάσεις. Οι γονείς εμφανίζονται ιδιαίτερα απρόθυμοι να μεταβιβάσουν ακίνητα στα παιδιά τους, που ενώ κάποτε έδιναν μάχες για το διαμέρισμα στην πόλη, το σπίτι στο χωριό, το εξοχικό της οικογένειας, τώρα αντιμετωπίζουν με αμηχανία και φόβο το ενδεχόμενο να φορτωθούν ένα τέτοιο βάρος. Στα ειρηνοδικεία όλης της χώρας καθημερινά εκατοντάδες άνθρωποι σπεύδουν να αποποιηθούν ακίνητα μικρής και μεγάλης αξίας που κληρονομούν από τους γονείς και τους συγγενείς τους. Στα χρόνια της κρίσης η κληρονομιά της ακίνητης περιουσίας της οικογένειας έχει μετατραπεί από πλεονέκτημα σε βάρος ασήκωτο. Η διαμαρτυρία μιας μεσήλικης κυρίας στον υπάλληλο του Ειρηνοδικείου Αθηνών αποτελεί μικρό δείγμα της κατάστασης που επικρατεί σε όλη τη χώρα. «Τι να το κάνω το διαμέρισμα;» έλεγε  αγανακτισμένη. «Να φορτωθώ και άλλα βάρη; Ούτε τα νοσήλια δεν έχω καταφέρει ακόμη να ξεχρεώσω. Ας το πάρει το κράτος και ας το κάνει ό,τι θέλει» προσέθετε, παραδίδοντας την, κόστους τεσσάρων ευρώ, δήλωση αποποίησης ενός μικρού διαμερίσματος στο κέντρο της πόλης που της άφησε η μητέρα της. Τέτοιες σκηνές εκτυλίσσονται κάθε μέρα σε δικηγορικά, σε συμβολαιογραφικά γραφεία και στα δικαστήρια.

Η αποποίηση της κληρονομιάς είναι ο εύκολος τρόπος για να διασφαλιστεί ο κληρονόμος από τα χρέη του κληρονομούμενου, από τις απαιτήσεις των δανειστών του ή ακόμη και από την υποχρέωση να φορτωθεί τα βάρη της φορολόγησης και της συντήρησης του ακινήτου. Αλλωστε, τα περισσότερα ελληνικά νοικοκυριά, κάτοχοι μικρής και μεσαίας ακίνητης περιουσίας, είναι υπερχρεωμένα.

Απροθυμία και των γονέων
Η άρνηση της αποδοχής κληρονομιάς ακίνητης περιουσίας των γονέων και συγγενών αποτελεί τη μία μόνο όψη της τεράστιας αλλαγής που έχουν επιφέρει η οικονομική κρίση, η πτώση της τιμής και η υπερφορολόγηση των ακινήτων στη σχέση της υπερχρεωμένης ελληνικής οικογένειας με την ακίνητη περιουσία της. Γιατί δεν καταγράφεται μόνο η απροθυμία των παιδιών να αποδεχθούν την ακίνητη περιουσία που κληρονομούν. Καταγράφεται και η απροθυμία των γονέων να μεταβιβάσουν ακίνητη περιουσία στα παιδιά τους, μπροστά στον φόβο να τους φορτώσουν τα χρέη τους.

Οι γονικές παροχές, όπως λέγεται χαρακτηριστικά, «έχουν εξαφανιστεί από την αγορά και είναι αμφίβολο αν θα υπάρξει κάποια κινητικότητα, παρά τη μείωση της φορολόγησης των γονικών παροχών που ισχύει από τον Ιούλιο» αναφέρουν γνώστες της κτηματαγοράς. Οι γονείς προτιμούν, αντί να μεταβιβάσουν κάποιο ακίνητο στα παιδιά τους, να τους αφήσουν την επιλογή της αποποίησης κληρονομιάς. Η ακίνητη περιουσία, από πηγή ασφάλειας και στήριγμα της ελληνικής οικογένειας, αποτελεί πια πηγή προβλημάτων.

Οι αιτήσεις αποποίησης
Οι αυξανόμενες σε σχέση με την αρχή της κρίσης αιτήσεις για αποποίηση κληρονομιάς που κατατίθενται καθημερινά στα ειρηνοδικεία αποτυπώνουν με τρόπο παραστατικό την κατάσταση που διαμορφώνεται. Στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, το μεγαλύτερο της χώρας, καταγράφεται μια αύξηση της τάξεως του 10% περίπου στις αιτήσεις για αποποίηση κληρονομιάς ακίνητης περιουσίας.

Το 2013, όταν περιήλθε η αρμοδιότητα στα ειρηνοδικεία, οι αιτήσεις έφτασαν τις 6.079. Το 2014 ο αριθμός αυξήθηκε στις 8.798, το 2015 έφτασε στις 9.556 και εκτιμάται ότι το 2016 οι αιτήσεις θα ξεπεράσουν τις 10.500. Ως τις 17 Αυγούστου είχαν κατατεθεί 7.241. Η ίδια τάση εκτιμάται ότι υπάρχει και στις αιτήσεις που κατατίθενται στα υπόλοιπα ειρηνοδικεία της Αττικής.

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα της αυξανόμενης τάσης για αποποίηση κληρονομιάς ακίνητης περιουσίας είναι η Πάτρα. Στην αρχή της κρίσης, το 2010, οι αιτήσεις αποποίησης κληρονομιάς έφταναν τις 500-600 τον χρόνο. Εκτοξεύτηκαν στις 1.264 το 2014, ανέβηκαν στις 1.308 το 2015 και ως τις 17 Αυγούστου είχαν κατατεθεί 774. Η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι θα αγγίξουν στο τέλος της χρονιάς τις 1.600.  

Χρέη και φορολογία
Οι αρμόδιοι των ειρηνοδικείων επισημαίνουν ότι οι λόγοι που εξηγούν την αύξηση αυτή είναι η συσσώρευση χρεών από τους κληρονομούμενους και η αυξημένη φορολογία των ακινήτων. Δεν είναι όμως μόνο αυτοί οι λόγοι.

Οπως αναφέρουν συμβολαιογράφοι αλλά και μεσίτες, η αποδοχή κληρονομιάς ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπάρχει υπερχρέωση και απαιτήσεις τρίτων είναι μια δύσκολη υπόθεση και φέρνουν ως παράδειγμα την περίπτωση κληρονομιάς ενός ακινήτου από θείους.

Στην περίπτωση αυτή η φορολόγηση φτάνει το 40% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που σε αρκετές περιπτώσεις, λόγω της πτώσης των αξιών, αγγίζει την εμπορική του αξία. Με λίγα λόγια, ο ενδιαφερόμενος καλείται να αγοράσει ξανά το ακίνητο που κληρονομεί.     

Δυσάρεστες εκπλήξεις
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ένας κληρονόμος ξεπερνά όλα τα εμπόδια έχοντας ως στόχο να αξιοποιήσει το ακίνητο που κληρονόμησε εκμισθώνοντάς το, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις δυσάρεστες εκπλήξεις που κρύβει η δεύτερη προωθούμενη διάταξη. Για την εκμίσθωση των ακινήτων θα απαιτείται πιστοποιητικό πολεοδομικής νομιμότητας δίμηνης ισχύος από μηχανικό.

Η δαπάνη έκδοσης ενός τέτοιου πιστοποιητικού και ειδικά στην περίπτωση ύπαρξης αυθαιρεσιών εκτιμάται ότι μπορεί ακόμη και να υπερβαίνει, λόγω της πτώσης των ενοικίων, το ετήσιο μίσθωμα ακινήτων μικρής αξίας στις υποβαθμισμένες περιοχές. Αυτό έχει ως συνέπεια οι ιδιοκτήτες τους να μην έχουν πλέον το παραμικρό κίνητρο να διαθέσουν τα ακίνητά τους προς εκμίσθωση ή να τα εκμισθώνουν χωρίς μισθωτήριο.

Μένει να αποδειχθεί αν η περαιτέρω επιβάρυνση των ακινήτων και η αυξητική τάση αποποίησης κληρονομιάς ακίνητης περιουσίας που παίρνει διαστάσεις «ανησυχητικού ρεύματος» επιβεβαιώσουν την εκτίμηση ότι η Ελλάδα «μετατρέπεται σε χώρα όπου τίποτα δεν θα κληρονομείται και τίποτα δεν θα εκμισθώνεται»!


ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΛΛΑΔΑΣτη Θεσσαλονίκη οι αιτήσεις για αποποίηση κληρονομιάς που κινούνταν κοντά στις 2.000 στην αρχή της κρίσης ανέβηκαν στις 3.323 το 2013, αυξήθηκαν στις 4.569 το 2014 και έφτασαν τις 5.160 το 2015. Εφέτος εκτιμάται ότι θα ξεπεραστεί και αυτός ο αριθμός καθώς ως και τις 17 Αυγούστου είχαν κατατεθεί 3.400 αιτήσεις. Ανάλογη είναι η εικόνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Στο Ειρηνοδικείο Βόλου το 2013 έγιναν 357 δηλώσεις αποποίησης κληρονομιάς και το 2015 ξεπέρασαν τις 600. Στην Καλαμάτα οι 131 αιτήσεις του 2010 ξεπέρασαν τις 350 το 2015.


Ρύθμιση αυθαίρετων
«Απέραντο νεκροταφείο ακινήτων»

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων κ. Στράτος Παραδιάς εκτιμά ότι οι αριθμοί αυτοί στο προσεχές μέλλον θα αυξηθούν και επισημαίνει ότι, αν περάσουν οι διατάξεις που θέλει να εισαγάγει η κυβέρνηση στο υπό σύνταξη νομοσχέδιο για τη ρύθμιση των αυθαίρετων κτισμάτων, «η χώρα θα μετατραπεί σε ένα απέραντο νεκροταφείο ακινήτων». Σύμφωνα με την πρώτη διάταξη, που αφορά την κληρονόμηση ακίνητης περιουσίας, για να αποδεχθεί κάποιος μια κληρονομιά θα πρέπει να προσκομίσει στον συμβολαιογράφο πιστοποιητικό μηχανικού που να βεβαιώνει ότι ο θανών δεν είχε κατασκευάσει αυθαίρετα, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τέτοια! Στην περίπτωση που υπάρχουν αυθαίρετες κατασκευές ή αλλαγές χρήσης, θα πρέπει πρώτα να πληρωθούν τα προβλεπόμενα πρόστιμα, καθώς και η αμοιβή του μηχανικού που θα υπογράψει τη σχετική δήλωση. Η διάταξη αυτή εκτιμάται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα, στην καλύτερη περίπτωση, να οδηγηθούν οι ιδιοκτήτες στη σιωπηρή αποδοχή των ακινήτων που κληρονομούν μέσω της παρέλευσης άπρακτης της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης της κληρονομιάς, χωρίς να συντάσσουν συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, κάτι που, όπως επισημαίνεται, «θα οδηγήσει σε απόλυτη ανασφάλεια δικαίου και συναλλαγών». Στη χειρότερη περίπτωση, αυτή της αποποίησης της κληρονομιάς, «θα έχουμε μια χώρα με δεκάδες χιλιάδες εγκαταλελειμμένα ακίνητα που ουδείς θα ενδιαφέρεται να τα κληρονομήσει, με άμεση συνέπεια να δημιουργηθεί ένα ακόμη πρόσκομμα στη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και μία ακόμη απώλεια σε δημόσια έσοδα από τον φόρο κληρονομιάς».
Από το Βήμα

Πώς ο Σόιμπλε εξαπάτησε την Ευρώπη μέσω Ελλάδας

12:55 | 20 Αυγ. 2016
Τελευταία ανανέωση 12:57 | 20 Αυγ. 2016
Πάνος Παναγιώτου
Υπάρχει μία αντίληψη ότι στην οικονομία όλα είναι νούμερα και γι’ αυτό υπάρχει αντικειμενικότητα και τίποτα δε μπορεί να μείνει κρυφό. Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.
Η περίπτωση της ελληνικής κυβέρνησης το 2009, που σήκωσε το χέρι ανακοινώνοντας με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τα προβλήματα της χώρας στις διεθνείς αγορές, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακής χρηματοπιστωτικής διαχείρισης και οικονομικής διπλωματίας. Αν αντ’ αυτού είχε διαχειριστεί τα προβλήματα της χώρας περνώντας κάτω από ραντάρ των αγορών, τότε η ιστορία θα ήταν πολύ διαφορετική.
Στη διεθνή σκηνή, ο πολιτικός, οικονομικός και γεωστρατηγικός τομέας είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι και ανάλογα με τη διαχείριση αλλά και το τί διακυβεύεται σε κάθε περίπτωση, ένα μικρό πρόβλημα μπορεί να λάβει μεγάλες διαστάσεις και ένα μεγάλο πρόβλημα μπορεί να υποβαθμιστεί.
Το πλεονέκτημα της διεθνούς υποβάθμισης ενός μεγάλου προβλήματος είναι ότι η χώρα που το πετυχαίνει κερδίζει χρόνο για να το αντιμετωπίσει, χωρίς να πιέζεται αφόρητα από τις αγορές, οι οποίες, έχουν τη δύναμη να το μεγεθύνουν σε εντυπωσιακό βαθμό.
Ένα τέτοιο μεγάλο πρόβλημα που με μαεστρία υποβαθμίστηκε από τη γερμανική οικονομική διπλωματία είναι η πραγματική κατάσταση της γερμανική οικονομίας και συγκεκριμένα το ότι η όποια δυναμική είχε ανακτήσει μετά τη μεγάλη ύφεση του 2008, κορύφωσε, ήδη, από το 2013! 
Αυτό αποκαλύπτεται ξεκάθαρα από τη συγκριτική μελέτη του δείκτη προσδοκιών για την γερμανική οικονομία και της ανάπτυξης του ΑΕΠ ανά τρίμηνο. Πράγματι, τόσο οι προσδοκίες για την οικονομία της Γερμανίας όσο και ο ρυθμός ανάπτυξης της ανά τρίμηνο έφτασαν στο ζενίθ τους εντός του 2013, για να μπουν έκτοτε σε πτωτική τροχιά και να φτάσουν, σήμερα, στο χαμηλότερο σημείο από το 2014 (διάγραμμα 1).
Επιπλέον, η συγκριτική μελέτη του δείκτη προσδοκιών για την γερμανική οικονομία και της ανάπτυξης του ΑΕΠ ανά έτος, αποκαλύπτει πως χωρίς τη διάσωση των ευρωπαϊκών και δη των γερμανικών τραπεζών από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, μέσω της χορήγησης χαμηλότοκων δανείων για τρία χρόνια (LTRO), η ανάπτυξη στη Γερμανία θα είχε κορυφώσει ήδη από το 2012.
Όντως, ήταν μόνο μετά το πρόγραμμα Ντράγκι που η πτωτική πορεία του γερμανικού ΑΕΠ ανεκόπη ενώ χρειάστηκε η υιοθέτηση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης για να διατηρηθεί η ασθενική του δυναμική ενώ και πάλι αυτό δεν ήταν αρκετό για να σταματήσει την ελεύθερη πτώση των προσδοκιών για τη γερμανική οικονομία (διάγραμμα 2).
Τα παραπάνω στοιχεία επιτρέπουν τη μελέτη της πρόσφατης κατάρρευσης των τιμών μετοχών της Deutsche Bank υπό ένα εντελώς νέο πρίσμα, αυτό της πραγματικής υγείας της γερμανικής οικονομίας.
Η συγκριτική ανάλυση του γερμανικού δείκτη οικονομικών προσδοκιών με την πορεία τιμών των μετοχών της Deutsche Bank αποκαλύπτει μία, σχεδόν, απόλυτη συσχέτιση των δύο μεταξύ τους, οδηγώντας στο εντυπωσιακό συμπέρασμα, που ανατρέπει προηγούμενες αναλύσεις, ότι μία από τις κυριότερες αιτίες της κρίσης κερδοφορίας της τράπεζας είναι η ίδια η κακή και επιδεινούμενη υγεία της γερμανικής οικονομίας.
Αυτό αποτυπώνεται με σαφήνεια στο γεγονός πως κάθε φορά που η γερμανική οικονομία ανακτά δυναμική, η τιμή της μετοχής της Deutsche Bank αυξάνεται ενώ κάθε φορά που η γερμανική οικονομία χάνει δυναμική, η τιμή της μετοχή της Deutsche Bank μειώνεται. Γι′ αυτόν ακριβώς το λόγο η Deutsche Bank είδε τα υψηλά της στην τελευταία πενταετία το 2013, δηλαδή την ίδια χρονιά που κορύφωσαν τόσο ο δείκτης οικονομικών προσδοκιών για τη γερμανική οικονομία όσο και ο τριμηνιαίος ρυθμός ανάπτυξης της.
Πώς τα κατάφερε, λοιπόν, η Γερμανία να περάσει κάτω από τα ραντάρ των αγορών και τί πέτυχε χάρη σ’ αυτό; Η απάντηση είναι μέσω της επιθετικής οικονομικής διπλωματίας του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, Βολφανγκ Σοιμπλε, που χρησιμοποίησε τα ελληνικά λάθη το 2009 και τη γενικότερη χρηματοοικονομική συγκυρία για να καλλιεργήσει το μύθο μίας παντοδύναμης και ηγέτιδας γερμανικής οικονομίας, στρέφοντας στη συνέχεια τα βλέμματα στην ελληνική και την ευρωπαϊκή κρίση, τις οποίες και ως καλό διπλωμάτης χρησιμοποίησε ως υπέρτατο αντιπερισπασμό από τα πραγματικά οικονομικά προβλήματα της χώρας του.  Το αποτέλεσμα ήταν ο Σόιμπλε να εξασφαλίσει την υλοποίηση του προγράμματος διάσωσης των τραπεζών και στη συνέχεια του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, που ενώ τα χρειαζόταν η Γερμανία προκειμένου να μην κυλήσει στην ύφεση, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών κατάφερε να δείξει ότι συναίνεσε μόνο προς χάριν του γενικότερου ευρωπαϊκού καλού (!) εξασφαλίζοντας έτσι μεγάλα ανταλλάγματα για τη χώρα του.
Όμως για πρώτη φορά η μπλόφα του Σόιμπλε απειλείται και η κατάρρευση της Deutsche Bank έχει παίξει το δικό της ρόλο σε αυτό, καθώς έβαλε τη Γερμανία στο μικροσκοπικό φακό των αγορών. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι ο δείκτης οικονομικών προσδοκιών για τη γερμανική οικονομία βούλιαξε, σήμερα, στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2014, λίγες ημέρες αφότου η μετοχή της Deutsche Bank κατέρρευσε σε πολυετές χαμηλό επίπεδο τιμών. Η αντίδραση Σόιμπλε, βέβαια, ήταν να κατευνάσει τα πνεύματα και να δηλώσει ότι η γερμανική τράπεζα δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα, ενώ η τελευταία προχώρησε στην ανακοίνωση ενός προγράμματος επαναγοράς του χρέους της, προκειμένου να κερδίσει χρόνο, καθώς οι αγορές, στην ουσία, έχουν ήδη κλείσει γι′ αυτήν.
Ωστόσο γίνεται ολοένα πιο δύσκολο τα προβλήματα της Γερμανίας να κρυφτούν και αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως δίκοπο μαχαίρι για την Ελλάδα.
Από τη μία πλευρά το πιθανότερο είναι πως ο Σόιμπλε θα υποστηρίξει, με το δικό του τρόπο, την παράταση και ενδυνάμωση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και αυτό ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα, καθώς θα έχει περισσότερο χρόνο το εκμεταλλευτεί, δεδομένου ότι ο αρχικός σχεδιασμός ήταν για την ολοκλήρωση του στα τέλη του 2016.
Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Σόιμπλε έχει κάθε λόγο να στρέψει τα βλέμματα μακριά από τη Deutsche Bank και τη γερμανική οικονομία και ένας εύκολος στόχος είναι, πάντα, η Ελλάδα.
Σε κάθε περίπτωση, το ηθικό δίδαγμα που προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση είναι ότι στην οικονομία, όπως και στην πολιτική, τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται και συνήθως τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο οι πολιτικοί θέλουν να πιστεύουμε.
Και εν προκειμένω η Γερμανία είναι σε χειρότερη κατάσταση από αυτήν που έπεισε τον κόσμο ότι βρίσκεται εδώ και τέσσερα χρόνια και αυτό είναι καλό να το γνωρίζει η ελληνική κυβέρνηση.
ΠΗΓΗ: analitis.gr

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

Στίγκλιτς: Αξεπέραστα τα λάθη του ευρώ, καταργήστε το

stiglitz-630.jpg

Τζόζεφ ΣτίγκλιτςΟ νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς | BRENT LEWIN/BLOOMBERG
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η Ελλάδα και οι επιβληθείσες περικοπές είναι εμβληματικές της αποτυχίας του ευρώ, γράφει ο Αμερικανός νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς στο νέο του βιβλίο, όπου τεκμηριώνει γιατί το κοινό νόμισμα απειλεί την Ευρώπη.
«Τα κατασκευαστικά λάθη του μοιάζουν αξεπέραστα. Είναι καιρός να σκεφτεί κανείς την κατάργησή του», συμπεραίνει ο Στίγκλιτς, ο οποίος θεωρεί τη Γερμανία υπεύθυνη για την αποτυχία του.
Κατά τον διαπρεπή οικονομολόγο, το ευρώ είναι εμπόδιο για την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας και θεωρεί την κατάργηση του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος ως τη μοναδική δυνατότητα για να δοθεί ώθηση στην παραλυμένη Ευρώπη.
«Το ευρώ δημιουργήθηκε για να εξασφαλίσει την ανάπτυξη και να φέρει μεγαλύτερη αλληλεγγύη στην Ευρώπη. Συνέβη, όμως, το ακριβώς αντίθετο. Ορισμένες χώρες βρίσκονται σε βαθιά οικονομική ύφεση, η οποία είναι μεγαλύτερη από τη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του '30» και επειδή «τα κατασκευαστικά λάθη του ευρώ μοιάζουν αξεπέραστα είναι καιρός να σκεφτεί κανείς την κατάργησή του».
Ο Αμερικανός νομπελίστας καθιστά, μάλιστα, τη Γερμανία υπεύθυνη για το γεγονός ότι το ευρώ απέτυχε.
Ήταν «μοιραία η απόφαση» να δημιουργηθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά το πρότυπο της γερμανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Bundesbank), η οποία ασχολείται μόνο με την καταπολέμηση του πληθωρισμού και λιγότερο με την οικονομική ανάπτυξη.
Επίσης, με τους κανόνες για τις οφειλές αφαιρέθηκε από τις κυβερνήσεις κάθε δυνατότητα να εξισορροπηθούν οι διαφορές στο ρυθμό ανάπτυξης με μια προληπτική πολιτική.
Η αντιμετώπιση της Ελλάδας και οι επιβληθείσες περικοπές είναι, κατά τον Στίγκλιτς, εμβληματικές αυτής της αποτυχημένης πολιτικής. Η συνέπειά της ήταν να εμποδίσει το ευρώ την ανάπτυξη στην Ευρώπη, να βαθύνει η διάσπαση και να καταστεί επενδυτικό φρένο.
Παραθέτει, επίσης, και έναν τρομακτικό αριθμό για το πόσο κοστίζει το ευρώ στις χώρες μέλη της ευρωζώνης. Εάν η νομισματική ένωση συνεχίσει να υπάρχει με τη σημερινή της αναποτελεσματική μορφή θα έχει τρομακτικές απώλειες της τάξεως των 200 τρισεκατομμύριων ευρώ σε πλούτο και ευημερία.
Το ποσό αυτό είναι το 20πλάσιο των συνολικών οικονομικών επιδόσεων της ευρωζώνης. Εάν, δηλαδή, οι Ευρωπαίοι διατηρήσουν το ευρώ θα είναι σαν να εργάζονται για 20 χρόνια δωρεάν.
Ο Στίγκλιτς βλέπει ως την καλύτερη λύση να μετατραπεί επιτέλους η ευρωζώνη σε μια πραγματική νομισματική ένωση. Η άκαμπτη, όμως, γερμανική στάση και όλοι οι (εφαρμοστέοι) κανόνες θα έπαιρναν πολύ χρόνο και θα ήταν δαπανηροί ώστε να επιτευχθεί αυτός ο στόχος.
Γι' αυτό η διάσπαση (του ευρώ) είναι ο μόνος πολιτικά εφικτός δρόμος. Για να περιοριστούν οι ζημιές, ο νομπελίστας οικονομολόγος προτείνει τη διάσπασή του σε ένα βόρειο και νότιο ευρώ. Έτσι, θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί καλύτερα το διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης των χωρών της ευρωζώνης.
Πηγή: Der Spiegel, ΑΠΕ

Ξεσκέπασε τη διαπλοκή

Τον βράβευσαν με περισσότερα από οκτώ εκατομμύρια δολάρια κι εκείνος τους... τα πέταξε στη μούρη.
Ο λόγος, για τον διδάκτορα Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και πρώην αντιπρόεδρο του Τμήματος Ανάλυσης Ρίσκου του γερμανικού τραπεζικού κολοσσού Deutsche Bank, Ερικ-Μπεν Αρτζι, ο οποίος με αυτή την κίνησή του ξεμπρόστιασε την υποκρισία της αμερικανικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC) και την αέναη σχέση διαπλοκής των μεγάλων τραπεζών με τις ρυθμιστικές αρχές.
Η SEC είχε βραβεύσει τον Αρτζι πριν από αρκετούς μήνες με 8,25 εκατ. δολάρια για τις πληροφορίες και τη βοήθεια που της παρείχε στην αποκάλυψη μιας καραμπινάτης υπόθεσης ασυδοσίας της Deutsche Bank.
Οι πληροφορίες του έδειξαν ότι η γερμανική τράπεζα παραπλανούσε τους πελάτες της φουσκώνοντας στις ανακοινώσεις την αξία ενός τεράστιου χαρτοφυλακίου σύνθετων πιστωτικών παραγώγων συνολικής αξίας 120 δισ. δολαρίων.
Η Deutsche αξιοποιούσε το εν λόγω χαρτοφυλάκιο εξωτικών παραγώγων για την αγορά προστασίας από πιθανές ζημιές σε περίπτωση αθέτησης πληρωμών.
Λίγους μήνες μετά την πρόσληψή του, το 2010, ο Αρτζι εξέφρασε τις ενστάσεις του στους προϊσταμένους τους για τη στρεβλή αποτίμηση του εν λόγω χαρτοφυλακίου και προειδοποίησε για τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι πελάτες της τράπεζας.
Το μόνο που πέτυχε, όμως, ήταν η απόλυσή του και το τέλος της καριέρας του στη Wall Street.
Η αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αξιοποιώντας τις αποκαλύψεις του Αρτζι και άλλων δύο συναδέλφων του αποφάνθηκε πέρυσι ότι όντως η Deutsche Βank δημοσιοποιούσε λανθασμένες οικονομικές εκθέσεις στη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και ότι οι αξιολογήσεις δεν αντανακλούσαν τον σημαντικό κίνδυνο πιθανών ζημιών δισ. δολαρίων.
Παρ’ όλα αυτά επέβαλε στην Deutsche -ύστερα από συμβιβασμό- ένα γελοίο πρόστιμο της τάξης των 55 εκατ. δολαρίων.
Η γερμανική τράπεζα δεν δεσμεύτηκε επίσημα ότι είχε προβεί σε αδικοπραγία και οι μάνατζέρ της την έβγαλαν... λάδι.
Αυτοί που τελικά τιμωρήθηκαν ήταν οι μέτοχοι της τράπεζας -που θα πρέπει να καλύψουν το πρόστιμο- και οι κατώτεροι υπάλληλοι που έχασαν τις δουλειές τους.
Αντίθετα, τα ανώτερα στελέχη της τράπεζας αποσύρθηκαν εισπράττοντας μπόνους πολλών εκατομμυρίων δολαρίων τα οποία βασίστηκαν στην πλαστή εικόνα του ισολογισμού που έφτιαξαν οι παραπάνω φουσκωμένες αποτιμήσεις.
Σε ανάλογη υπόθεση λογιστικής απάτης μικρότερου μεγέθους, μιας πολύ μικρότερης επενδυτικής εταιρείας, της Trinity, και της θυγατρικής της, Los Alamos National Bank, η SEC δεν είχε δείξει τόσο φειδωλή.
Τότε είχε αποδώσει κατηγορίες σε πέντε ανώτατα στελέχη της Trinity. Ο διευθύνων σύμβουλός της συμβιβάστηκε και πλήρωσε τελικά πρόστιμο ενώ η δικαστική δίωξη δύο εκ των παραπάνω συνεχίζεται.
Οπως αποκαλύπτει ο Αρτζι σε χθεσινή ανοιχτή επιστολή του, το χάδι της SEC προς τα ανώτερα στελέχη της Deutsche δεν είναι άμοιρο της διαβόητης «περιστρεφόμενης πόρτας» της διαπλοκής.
Τρεις τουλάχιστον κορυφαίοι νομικοί σύμβουλοι της Deutsche εργάστηκαν πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας της τράπεζας σε κορυφαία πόστα της SEC.
O Ρόμπερτ Ράις, επικεφαλής δικηγόρος των εσωτερικών ερευνών της Deutsche τo 2011, προσλήφθηκε δύο χρόνια μετά ως επικεφαλής σύμβουλος της SEC.
O Ρόμπερτ Κουζάμι, κορυφαίος δικηγόρος της Deutsche στη Βόρεια Αμερική, προσλήφθηκε μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση επικεφαλής του τμήματος εφαρμογής των αποφάσεων της SEC.
Το αφεντικό τους στην Deutsche, o Ρίτσαρντ Γουόλκερ, που για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν ο επικεφαλής νομικός σύμβουλος της γερμανικής τράπεζας, ήταν κάποτε επικεφαλής του τμήματος εφαρμογής των αποφάσεων της SEC.
Ας σημειωθεί ότι η σημερινή επικεφαλής της SEC, Μέρι Τζο Γουάιτ, διατηρεί φιλική σχέση 20ετίας με τους δύο πρώτους.
Ηταν αυτή που είχε και τον τελικό λόγο στην έρευνα της SEC για την Deutsche.
Από την ΕφΣυν

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Μερικής απασχόλησης μία στις δύο προσλήψεις

Στοιχεία του υπουργείου Εργασίας
Μερικής απασχόλησης μία στις δύο προσλήψεις
εκτύπωση  

Παγιώνεται η επικράτηση των προσλήψεων με ελαστική και υποαμειβόμενη απασχόληση, κυρίως νέων έως 29 ετών, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας για τον Ιούλιο του 2016, καθώς από τις 201.793 προσλήψεις το 54,16% αφορούσε θέσεις μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης.

Από τα στοιχεία του υπουργείου Εργασίας («Εργάνη») φαίνεται η επικράτηση των ευέλικτων μορφών εργασίας, με χαμηλές αμοιβές, ενώ οι επιχειρήσεις υπό το βάρος της αύξησης του μη μισθολογικού κόστους, απολύουν μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους για να προσλάβουν μικρότερους και κατά κύριο λόγο φθηνότερους.

Σε 201.793 προσλήψεις τον Ιούλιο, με μερική απασχόληση ήταν το 38,87% ή 78.432 θέσεις, ενώ το 15,29% ή 30.859 θέσεις αφορούσαν εκ περιτροπής εργασία.

Συνολικά τον Ιούλιο αποχώρησαν από τη μισθωτή απασχόληση, είτε (κατά κύριο λόγο) γιατί απολύθηκαν, είτε γιατί έληξαν οι συμβάσεις τους, είτε γιατί οδηγήθηκαν σε οικειοθελή αποχώρηση, 182.512 άτομα, με αποτέλεσμα το συνολικό ισοζύγιο προσλήψεων-απολύσεων να προκύψει θετικό κατά 19.281 θέσεις εργασίας.

Οι νέες αυτές θέσεις εργασίας προκύπτουν από την επικράτηση των προσλήψεων έναντι των απολύσεων στις ηλικίες εργαζομένων από 15 έως 24 ετών (+22.533 θέσεις) καθώς και από 25 έως 29 ετών (+2.004 θέσεις).

Στις ηλικίες άνω των 30 οι απολύσεις επικρατούν: στην ομάδα 30-44 οι απολύσεις ήταν κατά 4.088 περισσότερες από τις προσλήψεις, στην ηλικιακή ομάδα 45-64 υπερίσχυσαν οι απολύσεις κατά 1.145 άτομα, ενώ και στους 64+ οι απολύσεις ήταν κατά 23 περισσότερες από τις προσλήψεις.
Από το Βήμα

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

«Βουτιά» στις ατέλειες του ευρώ

joseph_stiglitz.jpg

Ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ ΣτίγκλιτςΟ Τζόζεφ Στίγκλιτς υποστηρίζει ότι πίσω από την αδυναμία του ευρώ υπάρχουν λανθασμένες ιδέες και πεποιθήσεις των ιδρυτών της ευρωζώνης για τη λειτουργία των οικονομιών και πιο συγκεκριμένα η ακλόνητη πίστη τους στις αγορές.
Αγρια κριτική στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, τις παρωχημένες νεοφιλελεύθερες πεποιθήσεις που συνεχίζουν να ανθούν και να κατευθύνουν τα κέντρα αποφάσεων, αλλά και τις πολιτικές ελίτ που αντιπαθούν κάθε δημοκρατική λογοδοσία ασκεί ο Τζόζεφ Στίγκλιτς. 
Στο νέο του βιβλίο «The Euro and its Threat to the Future of Europe» (Το Ευρώ και η Απειλή του για το Μέλλον της Ευρώπης) που κυκλοφορεί σήμερα, ο νομπελίστας οικονομολόγος προειδοποιεί ότι «η Ευρώπη, η πηγή του Διαφωτισμού και γενέτειρα της σύγχρονης επιστήμης, βρίσκεται σε κρίση, σε μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής στασιμότητας».
Αν το ευρώ δεν αναθεωρηθεί, λέει, τότε η Γηραιά Ηπειρος κινδυνεύει να καταδικαστεί σε δεκαετίες χαμένων ονείρων. 
Σε απόσπασμα του βιβλίου που προδημοσίευσε ο βρετανικός «Guardian», ο Στίγκλιτς μιλά για τη χαμένη γενιά των σημερινών νέων της Ε.Ε., τονίζοντας ότι ένας στους πέντε σήμερα είναι άνεργος και ότι ο ένας στους δύο που ψάχνουν για δουλειά δεν βρίσκει.
«Οι στεγνές στατιστικές της νεανικής ανεργίας», σημειώνει χαρακτηριστικά,«εμπεριέχουν τα ανεκπλήρωτα όνειρα και φιλοδοξίες εκατομμυρίων νέων της Ευρώπης, αρκετοί εκ των οποίων δούλεψαν και σπούδασαν σκληρά. Οι στατιστικές μιλούν ακόμη για οικογένειες που χωρίζουν -καθώς όσοι μπορούν μεταναστεύουν για να βρουν δουλειά ενώ προοιωνίζονται ένα ευρωπαϊκό μέλλον με μικρότερη ανάπτυξη και χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο». 
O Στίγκλιτς υποστηρίζει πως μία από τις βασικές αιτίες στις οποίες οφείλονται τα σημερινά βάσανα της Ευρώπης είναι η δημιουργία κοινού νομίσματος χωρίς την αντίστοιχη συγκρότηση θεσμών που να επιτρέπουν την αποτελεσματική λειτουργία της πολυμορφίας της ηπείρου.
Τονίζει ότι το ευρώ απέτυχε και στους δύο βασικούς στόχους που έβαλαν οι υποστηριχτές του: την οικονομική ευημερία και την πολιτική ολοκλήρωση:
«Και οι δύο στόχοι είναι σήμερα μακρύτερα απ' ό,τι ήταν πριν τη δημιουργία της ευρωζώνης [...] παλιά στερεότυπα αναβιώνουν καθώς η Βόρεια Ευρώπη κατηγορεί τον Νότο ως τεμπέλη και αναξιόπιστο, ενώ από την άλλη εγείρονται ξανά μνήμες της γερμανικής συμπεριφοράς στους δύο παγκόσμιους πολέμους». 
Ο Αμερικανός οικονομολόγος παρατηρεί ότι η ευρωζώνη είχε ψεγάδια από τη γέννησή της: «Υπεύθυνη για τις φτωχές επιδόσεις και τις πολλαπλές κρίσεις της ευρωζώνης είναι η δομή της - οι κανόνες, οι νόμοι και οι θεσμοί που την κυβερνούν».
Παρατηρεί ότι παρότι η ποικιλομορφία της Ευρώπης είναι η ισχύς της, η λειτουργία του ευρώ με αυτή δεν είναι εύκολη.
Ενα ενιαίο νόμισμα, όπως γράφει, εμπεριέχει τη σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ των χωρών και το κοινό επιτόκιο.
Ακόμη και αν αυτά τα δύο έχουν υιοθετηθεί έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν τις συνθήκες στην πλειονότητα των χωρών-μελών, λόγω της πολυμορφίας της ευρωζώνης, υπάρχει η ανάγκη μιας σειράς θεσμών που να μπορούν να στηρίζουν όσα έθνη δεν εξυπηρετούνται από τις πολιτικές που εφαρμόζονται.
Ομως η Ευρώπη απέτυχε να δημιουργήσει αυτούς τους θεσμούς. 
Και το χειρότερο είναι ότι η ευρωζώνη οικοδομήθηκε πάνω σε κάποια πιστεύω για το τι είναι αναγκαίο για την οικονομική επιτυχία.
Για παράδειγμα αναφέρει την πεποίθηση ότι η κεντρική τράπεζα του ευρώ θα πρέπει να εστιάζει μόνο στον πληθωρισμό, εν αντιθέσει με την αμερικανική Fed, που περιλαμβάνει στους στόχους της και την ανεργία, και την ανάπτυξη και την οικονομική σταθερότητα.
«Δεν είναι μόνο ότι η ευρωζώνη δεν δομήθηκε προκειμένου να διευκολύνει την οικονομική πολυμορφία της Ευρώπης, είναι και ότι η δομή της, οι κανόνες και η νομοθεσία της δεν σχεδιάστηκαν για την προώθηση της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της σταθερότητας», τονίζει χαρακτηριστικά. 
Υποστηρίζει μάλιστα ότι πίσω από αυτή την αδυναμία υποκρύπτονται λανθασμένες ιδέες και πεποιθήσεις των ιδρυτών της ευρωζώνης για τη λειτουργία της οικονομίας και πιο συγκεκριμένα η ακλόνητη πίστη τους στις αγορές, που κάποιες φορές αναφέρεται ως φονταμενταλισμός των αγορών και κάποιες άλλες ως νεοφιλελευθερισμός.
Οι ιδέες αυτές θεωρούν ότι η κυβέρνηση υποχρεούται να διασφαλίζει χαμηλό και σταθερό πληθωρισμό ενώ οι αγορές αναλαμβάνουν την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία του συνόλου.
Παρότι αυτές οι πεποιθήσεις αποδείχθηκαν αναξιόπιστες μετά την παγκόσμια κρίση του 2008-09 συνεχίζουν να ανθούν σήμερα στην κυρίαρχη δύναμη της ευρωζώνης Γερμανία.
Και αυτό συμβαίνει παρότι ανάλογες ιδέες που προώθησαν ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα οδήγησαν την Αφρική σε μια χαμένη 25ετία, τη Λατινική Αμερική σε μια χαμένη δεκαετία, την Αν. Ευρώπη και την πρώην Σοβιετική Ενωση σε μια μετάβαση από τον κομμουνισμό στην οικονομία της αγοράς, για την οποία το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι ήταν απογοήτευση. 
Παρ' όλα αυτά η Γερμανία θεωρεί σήμερα την οικονομία της επιτυχημένη και προβάλλεται ως παράδειγμα για το τι θα πρέπει να κάνουν και οι άλλες χώρες της ευρωζώνης.
Κι όμως, από το 2007 ο μέσο όρος της ετήσιας οικονομικής της ανάπτυξης ήταν μόλις 0,8% ενώ οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οδήγησαν σε στασιμότητα των πραγματικών μισθών, μεγέθυνση της φτώχειας και της ανισότητας.
Tο success story που πλασάρει σήμερα η Γερμανία ισχύει μόνο σε σχέση με τις άλλες χώρες της ευρωζώνης και όχι τον υπόλοιπο κόσμο, σημειώνει ο Στίγκλιτς. 
Ο οικονομολόγος καυτηριάζει όμως και τους ηγέτες της ευρωζώνης που να κατηγορούν τα θύματα -χώρες σε ύφεση ή χώρες που παραπαίουν λόγω αποτελεσμάτων ενός δημοψηφίσματος.
Αυτό συμβαίνει επειδή δεν θέλουν να κατηγορούν εαυτούς και θεσμούς που δημιούργησαν και ελέγχουν όπως και επειδή αντιπαθούν τη δημοκρατική λογοδοσία.
Κατηγορώντας το θύμα όμως δεν λύνεις το πρόβλημα, τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι στις περισσότερες περιπτώσεις που οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι κλήθηκαν να αποφασίσουν απέρριψαν το ευρώ, την Ε.Ε., το ευρωπαϊκό Σύνταγμα. 
Από την ΕφΣυν

Ποιος κυβερνά την Ενωμένη Ευρώπη

ΤΤΙP

ΤΤΙPΔιαδήλωση στη Γερμανία ενάντια στις συμφωνίες TTIP και CETA, οι διαπραγματεύσεις για τις οποίες έγιναν σε συνθήκες άκρας μυστικότητας και δεν γνωρίζουν τι ακριβώς περιλαμβάνουν ούτε οι ευρωβουλευτές | AP Photo/Markus Schreiber
Δεν ήταν ούτε πολιτικός, ούτε τεχνοκράτης, ούτε οικονομολόγος ο οραματιστής της ένωσης των ευρωπαϊκών κρατών. Η αρχική ιδέα ενοποίησης των χωρών της Ευρώπης εμφανίζεται στα κείμενα του Βικτόρ Ουγκό, ο οποίος το 1849 αναφέρει τον όρο «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης». Επρεπε, ωστόσο, να περάσουν ένας αιώνας και δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι μέχρι να γίνει πραγματικότητα ή μάλλον αναγκαιότητα η σύμπραξη των ευρωπαϊκών κρατών σε μία κοινή Ενωση.
Αρχικός σκοπός της «Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα» (1951) όπως ονομάστηκε η πρώτη αυτή ενωτική μορφή ήταν αφενός να αποφευχθούν μελλοντικές βίαιες συγκρούσεις, αφετέρου να δημιουργηθεί μια στενή βιομηχανική και οικονομική συνεργασία μεταξύ των χωρών-μελών της.
Εκτοτε, οι αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής, πλέον, Ενωσης έχουν αυξηθεί και τροποποιηθεί, ανταποκρινόμενες στις νέες προκλήσεις: τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δημοκρατία, το κοινωνικό κράτος ήταν και είναι τα σημαντικότερα στοιχεία διαφύλαξης για τα κράτη-μέλη της και όχι μόνο. Ωστόσο, ειδικά τα τελευταία χρόνια δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν πως ο μεγαλύτερος εχθρός της Ε.Ε. είναι ο ίδιος της ο εαυτός.
Παλαιότερα μπορεί να τους χαρακτήριζαν ως γραφικούς ή συνωμοσιολόγους όσους υποστήριζαν πως η διακυβέρνηση της Ε.Ε. γίνεται από συγκεκριμένους κύκλους συμφερόντων, που έχουν οδηγήσει στην ουσιαστική αποδημοκρατικοποίησή της, πλέον όμως, οι φωνές αυτές αποκτούν υπόσταση και κύρος:
«Η Ευρώπη πρέπει να αναδημιουργηθεί» δήλωσε πριν ένα χρόνο ο Γάλλος διανοητής Ετιέν Μπαλιμπάρ. Ακόμη και ο ίδιος ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, δήλωσε τη δυσαρέσκειά του για τον διορισμό του Μανουέλ Μπαρόζο, πρώην προέδρου της Κομισιόν, στην αμερικανική τράπεζα Goldman Sachs.
«Παρόμοιες τακτικές κλονίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τον ρόλο που επιτελεί η Ε.Ε. και αποτελούν σκανδαλώδεις κινήσεις, που εγείρουν αμφιβολίες ως προς τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς περί της σύγκρουσης συμφερόντων», δήλωσε σχετικά και ο Γάλλος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Αρλέμ Ντεζίρ.
Το παράδειγμα «Μπαρόζο» δεν είναι βέβαια το μόνο που «εγείρει» παρόμοιες αμφιβολίες. Τρία πρόσφατα παραδείγματα του τρόπου λήψης αποφάσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενισχύουν τους παραπάνω προβληματισμούς και τη θέση όσων θεωρούν ότι όχι μόνο η Ε.Ε. φέρει πολλά κενά σε θέματα αντιπροσωπευτικής και δημοκρατικής εκπροσώπησης, αλλά παράλληλα παίζει ανοιχτά παιχνίδια υπέρ της κυριαρχίας των πολυεθνικών.
Η Διατλαντική Εμπορική και Επενδυτική Συνεργασία (Transatlantic Trade and Investment Partnership, ΤΤΙΡ), η Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και Καναδά (CETA) καθώς και το θέμα της διαχείρισης του ύποπτου για πρόκληση καρκίνων εντομοκτόνου της Monsanto (γλυφοσάτη), η κυκλοφορία του οποίου στις χώρες της Ε.Ε. έληξε στα τέλη Ιουνίου, σχεδόν δικαιώνουν τους επικριτές της.
Στην πρώτη περίπτωση, oι διαπραγματεύσεις για το κλείσιμο της ΤΤΙP τελούνται υπό το καθεστώς άκρας μυστικότητας, ενώ παράλληλα πληθαίνουν οι φωνές που προειδοποιούν ότι πρόκειται για μια συμφωνία που θα επιβάλλει τον νόμο της ελεύθερης αγοράς, παραμερίζοντας ανθρώπινα δικαιώματα και δημοκρατία.
Ούτε οι ίδιοι οι ευρωβουλευτές δικαιούνται να γνωρίζουν τι ακριβώς γίνεται και αν ζητήσουν ενημέρωση, είναι αναγκασμένοι να μπουν σε ένα κλειστό δωμάτιο, χωρίς σημειώσεις ή κινητά, ώστε να μη διαρρεύσει τίποτα. Μέχρι στιγμής, έχουν πραγματοποιηθεί εννέα κύκλοι διαπραγματεύσεων, με τον τελευταίο στα τέλη Απριλίου.
Ωστόσο, ακριβώς εξαιτίας του τρόπου που αυτές πραγματοποιούνται, ακόμη και αξιωματούχοι του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, όπως ο Αλφρεντ ντε Ζάγιας, αντιδρούν: «Δεν επιθυμούμε ένα δυστοπικό μέλλον, όπου οι επιχειρήσεις και όχι οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις θα λαμβάνουν τις αποφάσεις», δήλωσε χαρακτηριστικά προ λίγων μηνών.
Μία ακόμη διατλαντική συμφωνία είναι η Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και Καναδά (CETA), στην οποία έχουν αντιταχθεί εκατομμύρια Ευρωπαίων πολιτών με διαδηλώσεις και ψηφίσματα. Το γιγαντιαίο αυτό κύμα αντίδρασης και η γενική απαίτηση η συμφωνία να μην εφαρμοστεί εάν τα κράτη-μέλη και οι πολίτες τους δεν πληροφορηθούν με πλήρη διαφάνεια το τι συμφωνήθηκε οδήγησαν στο να χαρακτηρίσει η Κομισιόν, μετά από μεγάλες πιέσεις, τη συμφωνία «μεικτή».
Αυτό σημαίνει πως η εφαρμογή της ή όχι θα περάσει και από τα εθνικά Κοινοβούλια των κρατών-μελών και όχι μόνο από το Ευρωπαϊκό. Παράλληλα, όμως, αποφάσισε και την «προσωρινή» εφαρμογή της μετά την έγκρισή της από το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και πριν αποφασίσουν τα κράτη-μέλη, ανοίγοντας έτσι ένα «παραθυράκι» υπέρ της.
Μέχρι να συζητηθεί σε εθνικό επίπεδο και να ληφθούν αποφάσεις, η CETA θα είναι ήδη εν ισχύι και τα εθνικά Κοινοβούλια θα βρεθούν μπροστά σε μία ήδη τετελεσμένη πραγματικότητα.
Δεν είναι τυχαίο πως ακόμη και ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, Νίκος Βούτσης, επισήμανε, προ μίας εβδομάδας μόλις, τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ των Κοινοβουλίων πάνω στο ζήτημα, εκφράζοντας την αναγκαιότητα θεμελίωσης «ενός ουσιαστικού διαλόγου τόσο μεταξύ των εθνικών κρατών όσο και με τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τα αρμόδια όργανα, με σκοπό την ευρύτερη δυνατή πληροφόρηση και την παρακολούθηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας».
Τέλος, όσον αφορά το glyphosate (γλυφοσάτη), το ενεργό συστατικό του πλέον διαδεδομένου εντομοκτόνου της Monsanto, που έχει χαρακτηριστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως «πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο», παρ’ όλες τις έντονες κινητοποιήσεις επιστημόνων, κοινωνικών φορέων, περιβαλλοντικών οργανώσεων και χιλιάδων πολιτών, η Κομισιόν εκμεταλλεύτηκε τη δυνατότητα που έχει και παρέτεινε με δική της, μονομερή, απόφαση τη χρήση του μέχρι το τέλος του 2017.
«Αυτό που παρατηρούμε σήμερα, με την κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής και της λεγόμενης «διακυβέρνησης», είναι μια δραματική διαδικασία «αποδημοκρατικοποίησης», βλέπουμε την απόσπαση της αληθινής εξουσίας από τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και τη μεταφορά της προς τεχνοκρατικά σώματα, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει πλέον η δύναμη του χρήματος ακόμη και στην καθημερινή πολιτική πρακτική», έχει δηλώσει ο Μπαλιμπάρ και η πραγματικότητα φαίνεται να τον δικαιώνει.
 Από την ΕφΣυν

Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Deutsche bank: Από την κορυφή στο ναδίρ

Η πτώση

12:42 | 09 Αυγ. 2016
Τελευταία ανανέωση 13:20 | 09 Αυγ. 2016
Οι μετοχές της Deutsche Bank και της Credit Suisse αφαιρούνται από τον χρηματιστηριακό δείκτη Euro Stoxx 50. Τί σημαίνει αυτό για τον τραπεζικό κλάδο;
Παλαιότερα οι τραπεζίτες έκλειναν μεγάλες συμφωνίες διά χειραψίας, ο λόγος τους ήταν συμβόλαιο.
Οι δουλειές βασίζονταν κυρίως στις προσωπικές επαφές και όχι στα τελευταία αποτελέσματα τριμήνου.
Ένας τραπεζίτης απολάμβανε υψηλό κύρος, όπως και ένας καθηγητής ή ένας διευθυντής πανεπιστημιακής κλινικής.
Η Deutsche Bank ήταν θεσμός επιφανής, σχεδόν ιερός. Έως ότου συνέβη αυτό που η ZEIT Online είχε χαρακτηρίσει κάποτε «τραπεζική ληστεία εκ των έσω».
Μία «ληστεία» που άρχισε το 1989, όταν το διοικητικό συμβούλιο της Deutsche Bank, υπό τον τότε επικεφαλής Άλφρεντ Χέρχαουζεν, εξαγόρασε τη βρετανική επενδυτική τράπεζα Morgan Greenfell. Ακολούθησε η αγορά της αμερικανικής Bankers Trust το 1999. Μέσα σε δέκα χρόνια η Deutsche Bank είχε αναδειχθεί μεγαλύτερη τράπεζα παγκοσμίως.
Όμως η ταυτότητά της είχε αλλάξει: Από υγιές πιστωτικό ίδρυμα που εξασφάλιζε κέρδη με την παροχή ρευστότητας στην ιδιωτική οικονομία, η Deutsche Bank μετατράπηκε σε ναό του τζόγου.
Οι «ειδήμονες» της επενδυτικής τραπεζικής απέκτησαν τον έλεγχο, αλλά, σε αντίθεση με τους τραπεζίτες παλαιάς κοπής, αποποιήθηκαν την ευθύνη για τις συναλλαγές τους. Την ίδια στιγμή όμως συσσώρευαν όλο και υψηλότερο ρίσκο, εισπράττοντας παράλληλα όλο και μεγαλύτερα μπόνους.
Εκτιμάται ότι μέσα σε 15 χρόνια τα «τυχερά» τους έφτασαν τα 40 με 50 δισεκατομμύρια ευρώ.
Αλλά στο τέλος της ημέρας η επενδυτική τραπεζική υψηλού κινδύνου δεν απέφερε κέρδη. Αντιθέτως, στην κατάταξη των μεγαλύτερων τραπεζών παγκοσμίως η Deutsche Bank κατρακύλησε στην 40ή θέση, μέσα σε έναν χρόνο η μετοχή της έπεσε στα 33 ευρώ καταγράφοντας απώλειες 66%, ενώ σημαντικά μερίδιά της σε βιομηχανικές επιχειρήσεις βγήκαν στο «σφυρί». Εξ΄ου και ο όρος «ληστεία εκ των έσω».
Στο απόλυτο ναδίρ
Σαν να μη φτάνουν όλα αυτά η Deutsche Bank βρίσκεται αντιμέτωπη με 7.000 δικαστικές προσφυγές παγκοσμίως, κατηγορούμενη για ξέπλυμα χρήματος, χειραγώγηση επιτοκίων ή φοροδιαφυγή. Πέρσι τα αυξημένα δικαστικά έξοδα προκάλεσαν ζημίες 6,8 δισεκατομμυρίων στην τράπεζα, ενώ φέτος έχουν ήδη δεσμευθει 5,4 δισεκατομμύρια για τον ίδιο σκοπό.
Την άνοιξη του 2016 το κύρος της έφτασε στο ναδίρ, όταν ο επικεφαλής της τράπεζας Τζον Κράιαν διαβεβαίωνε ότι η Deutsche Bank είναι σε θέση να πληρώσει τα επιτόκια για ιδιαίτερα επισφαλή δάνεια.
Όποιος αισθάνεται υποχρεωμένος να προβεί σε μία τέτοια δημόσια δήλωση, συνήθως βρίσκεται μπροστά σε μία ομολογία αποτυχίας. Όλα αυτά έχουν συνέπειες: συνταξιοδοτικά ταμεία και επενδυτές με μακροχρόνιο ορίζοντα αρχίζουν να αφαιρούν μετοχές της Deutsche Bank από το χαρτοφυλάκιό τους, ενώ η Moody´s υποβαθμίζει την πιστοληπτική ικανότητα της τράπεζας, κάτι που αυξάνει εκ νέου το κόστος για τη χρηματοδότησή της.
Ωστόσο και άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες δεν φαίνεται να βρίσκονται σε καλύτερη μοίρα. Καθώς γνωστοποιούνται τα αποτελέσματα των τελευταίων ευρωπαϊκών stress test, η ιταλική UniCredit με τη γερμανική θυγατρική της Hypo-Vereinsbank καταγράφουν απώλειες 7,2%, οι δύο μεγάλες ισπανικές τράπεζες Santander και BBVA χάνουν 5,3% και 4,8% αντιστοίχως, ενώ ο ολλανδικός όμιλος ING, στον οποίο ανήκει και η γερμανική ING Diba, έχει απώλειες 4,6%.
Επιπλέον, τα ευρωπαϊκά stress test υποδεικνύουν ότι πολλές τράπεζες- μεταξύ αυτών οι γερμανικές Deutsche Bank και Commerzbank- διαθέτουν σχετικά χαμηλή κεφαλαιακή επάρκεια. Και σαν να μη φτάνει αυτό, όλα τα τραπεζικά ιδρύματα υποφέρουν από τη σημερινή πολιτική χαμηλών επιτοκίων, η οποία μάλλον θα συνεχιστεί με το Brexit προ των θυρών.
Η αποδυνάμωση των ευρωπαϊκών τραπεζών αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο στο βαρόμετρο των χρηματαγορών: Οι μετοχές της Deutsche Bank και της Credit Suisse αφαιρούνται από τον δείκτη Stoxx Europe 50, ο οποίος περιλαμβάνει τις 50 ευρωπαϊκές μετοχές με την καλύτερη απόδοση. Μπορεί ο δείκτης να μην έχει την ίδια βαρύτητα με τον Euro Stoxx 50, που καταγράφει μόνο τις 50 ισχυρότερες μετοχές στην ευρωζώνη, αλλά σε κάθε περίπτωση η εκπαραθύρωση δύο ισχυρών πιστωτικών ιδρυμάτων αποτελεί πλήγμα για το κύρος τους.
Οι κίνδυνοι για το μέλλον
Οι μελλοντικές προοπτικές δεν διαγράφονται ιδιαίτερα αισιόδοξες. Ήδη από το 2015 ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Deutsche Bank Τόμας Μάιερ, καθηγητής σήμερα στο πανεπιστήμιο του Βίτεν-Χέρντεκε, προβλέπει το «τέλος» των παραδοσιακών τραπεζών λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, της πολιτικής χαμηλών επιτοκίων, αλλά και του συνεχώς εντεινόμενου κρατικού ελέγχου. Σύμφωνα με τον Μάιερ, τα χαμηλά επιτόκια περιορίζουν συνεχώς τα περιθώρια κέρδους και «όσο περισσότερο διαρκεί αυτή η πολιτική, τόσο περισσότερες τράπεζες θα εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές μορφές συναλλαγών».
Ο γερμανός οικονομολόγος πιστεύει μάλιστα ότι, με δεδομένες τις αυξημένες απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας και με ένα νομικό πλαίσιο που δεν επιτρέπει τη χρήση κρατικών πόρων για τη διάσωση τραπεζών, η «τράπεζα που τα κάνει όλα» δεν έχει μέλλον.
Ωστόσο, ο μεγαλύτερος εχθρός των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν είναι άλλος από την τεχνολογική πρόοδο, η οποία προσφέρει εναλλακτικές δυνατότητες για τις παραδοσιακές συναλλαγές των τραπεζών, δηλαδή τις πληρωμές και τη δανειοδότηση επιχειρήσεων.
Ο Μάιερ θεωρεί ότι «στο μέλλον οι συναλλαγές θα γίνονται μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων πληρωμής, τομέας στον οποίο οι εταιρίες πληροφορικής διαθέτουν τεχνολογικό προβάδισμα» απέναντι στις τράπεζες. Όσο για την παροχή δανείων, ο γερμανός οικονομολόγος υποστηρίζει ότι «η ανάπτυξη του crowd funding αποδεικνύει τις δυνατότητες των συμμετοχικών επιχειρήσεων, στις οποίες η επένδυση συναντά την αποταμίευση».
ΠΗΓΗ: Deutsche Welle
Από το tvxs