Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Η Ευρώπη δεν είναι λουκάνικο Φρανκφούρτης!

Στην παράδοση του πουριτανικού καπιταλισμού η ελευθέρων ηθών γυναίκα, ο τεμπελχανάς εργάτης και το «ανήθικο» τέκνο αποτελούν ΤΟ κακό το οποίο πρέπει με παραδειγματικό τρόπο να τιμωρηθεί και να εξοβελιστεί, άλλως η κοινωνία απειλείται με καταστροφή. Επιπλέον οι τιμωρούμενοι πρέπει να αποδεχθούν την τιμωρία που τους επιβάλλεται ως ΤΟ καλό, πρέπει μάλιστα οι ίδιοι να επιζητήσουν την τιμωρία τους, όπως πιστεύουν όχι μόνον οι χριστιανοί αλλά και οι κομμουνιστές, οι οποίοι εξηγούν την αναγκαιότητα της επανάστασης με την ανάγκη αναμόρφωσης της κοινωνίας.
Η παλαιά συζήτηση περί ευθύνης, τιμωρίας και ανάγκης αναμόρφωσης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο και στις ερμηνείες αναφορικά με την ελληνική κρίση, των «οκνηρών», «αμαρτωλών» και διεφθαρμένων Νότιων της Ευρώπης. Τα τεράστια χρέη της Ιταλίας κάπως ξεχάστηκαν, καλυμμένα στη βαθιά σκιά της ελληνικής απελπισίας. Η φράου Μέρκελ «προς το παρόν» ανταλλάσσει χαμόγελα κατανόησης με τον νεαρό πρωθυπουργό της Ιταλίας, στον οποίο ανέθεσε, ως εργασία για το σπίτι, να ασχοληθεί με το θέμα «μεταρρυθμίσεις».
Ποτέ νωρίτερα στην εποχή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης δεν σημειώθηκε τέτοια εννοιολογική κατάχρηση, όση με το παλαιό σοσιαλδημοκρατικό σύνθημα της μεταρρύθμισης. Στο παρελθόν το σύνθημα για μεταρρυθμίσεις ήταν «προοδευτικό», είχε ηγεμονική δυναμική και σαφή ιδεολογική κατεύθυνση: περισσότερη ισότητα, περισσότερα δικαιώματα, περισσότερη μόρφωση για όλους.
Τα μέτρα που επιβάλλονται την περίοδο της οικονομικής παγκοσμιοποίησης δεν είναι μετα-ρυθμίσεις. Αντιθέτως, αποτελούν το τέλος των ρυθμίσεων που οι εθνικές πολιτικές κοινότητες επέβαλαν στο κεφάλαιο, μετά από μακροχρόνιους θεωρητικούς και πρακτικούς αγώνες που διήρκεσαν δύο αιώνες. Οι αλλαγές που επιβάλλει η οικονομική παγκοσμιοποίηση δεν αποτελούν μετα-ρύθμιση του κεφαλαίου αλλά χειραφέτηση του κεφαλαίου από όλες τις μορφές των δημοκρατικών περιορισμών.
Υπό την πίεση παγκόσμιων οικονομικών ολιγαρχιών, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα, η Παγκόσμια Τράπεζα ή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, όλες οι προηγούμενες συμφωνίες, που έγιναν μεταξύ του κεφαλαίου και των δημοκρατικών κρατών της Ευρώπης, καταστρέφονται.
Νόμισμα του φόβου
Το ευρώ ξεκίνησε ως σχέδιο αποτροπής του φόβου που προκάλεσε η ενοποίηση της Γερμανίας και, τελικά, όπως οτιδήποτε αποτελεί προϊόν φόβου, αντί να ενώνει διχάζει. Η Γερμανία δικαίως υπερασπίζεται το ευρώ ως σύμβολο των εθνικών της συμφερόντων. Το κοινό νόμισμα ενίσχυσε τις γερμανικές εξαγωγές εις βάρος των νοτίων κρατών της Ε.Ε., τα οποία δεν μπορούν με κατευθυνόμενο πληθωρισμό να ξεφύγουν από την ανισορροπία της παραγωγικότητας.
Η εξισορρόπηση των διαφορών στην παραγωγικότητα μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου προϋποθέτει βαθιές αλλαγές στη δομή της κοινωνίας· κι αυτές πραγματοποιούνται με πολύ αργούς ρυθμούς σε σχέση με την οικονομία. Θα χρειαστούν δεκαετίες μέχρις ότου η Ιταλία ή η Ισπανία μπορέσουν να εξισορροπήσουν τα ελλείμματα εκσυγχρονισμού τους. Για παράδειγμα, η διαφορά μεταξύ του Νότου και του Βορρά στην Ιταλία αντί να μειώνεται συνεχώς διευρύνεται. Τα νότια κράτη της Ευρώπης, σε σύγκριση με τα βόρεια, τα χαρακτηρίζει ένα έλλειμμα εκσυγχρονισμού.
Αν μιλήσουμε βάσει των κατηγοριών του Αμερικανού κοινωνιολόγου Τάλκοτ Πάρσονς, λέμε ότι ο Νότος δίνει προτεραιότητα στις κατηγορίες αίματος και έθνους σε σχέση με την καθολικότητα του νόμου. Προτιμά την κοινότητα με την οποία τον συνδέουν κοινά συναισθήματα, από την ουδετερότητα ενός ορθολογικού δικαστηρίου, τις σταθερές κοινωνικές σχέσεις από τον ανταγωνισμό και την αποτελεσματικότητα, τη γενική συζήτηση από τον ειδικευμένο λόγο.
Η σχέση του Βορρά με τις χώρες του ανεπαρκώς εκσυγχρονισμένου Νότου, που συχνά χαρακτηρίζονται με το προσβλητικό ακρωνύμιο PIGS (Portugal, Italy, Greece, Spain), χαρακτηρίζεται από κάποιες αναπόφευκτες αντιφάσεις: πρόκειται για χώρους υπό μια έννοια καθόλα ελκυστικούς, ταυτόχρονα όμως και ανατρεπτικούς. Ο άνθρωπος βρίσκει σε αυτούς άσυλο από τα παράλογα αξιώματα του μοντερνισμού, ταυτόχρονα όμως θέτει σε δοκιμασία την εκσυγχρονισμένη του ταυτότητα. Ο φόβος και οι αντιφατικότητες του Νότου παίζουν μεγάλο ρόλο την υστερική αντίδραση της Γερμανίας σε σχέση με την κρίση χρέους της Ελλάδας.
Η περιφρονητική στάση των Ελλήνων ως προς τα αξιώματα της οικονομίας και της ορθολογικής διοίκησης του κράτους είναι «ανθρώπινη, υπερβολικά ανθρώπινη», μεταδοτική και μπορεί να οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση όλης της ευρωζώνης. Το μάρκο υπήρξε το σύμβολο της γερμανικής μεταπολεμικής αναγέννησης, το ευρώ αποτελεί συνέχειά του, γι' αυτό και οι Γερμανοί το αντιμετωπίζουν σαν κάτι το απόλυτα δικό τους, το βλέπουν ως σύμβολο των δικών τους αρετών: της εργατικότητας, της υπευθυνότητας, της αποταμίευσης.
Κάτω από το σύνθημα της αυστηρότητας (λιτότητας) τις επέβαλαν σε όλη την Ευρώπη μαζί με μια παράλογη αποστροφή για τον πληθωρισμό. Πρωτεύουσα της Ευρώπης έγινε η Φρανκφούρτη, ενώ την ίδια στιγμή η Αθήνα, η Ρώμη (σιγά σιγά και το Παρίσι) μετατοπίζονται προς την περιφέρεια. Η ελληνική κυβέρνηση παραδόθηκε άνευ όρων μπροστά τις «αβάσταχτες απειλές» και στο βασανιστήριο του «ιδεολογικού πνιγμού - waterbording» που της επέβαλε η Γερμανία.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ακολούθησε κι ο εξευτελισμός: αυτός που τόλμησε το δημοψήφισμα έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα σαν ταπεινωμένο και δαρμένο σκυλί. Ενας τίτλος μιας γνωστής για την επιρροή της γερμανικής εφημερίδας τα λέει όλα: «Πουλήστε τα νησιά σας και την Ακρόπολη, χρεοκοπημένοι Ελληνες!» Η άγρια και ταπεινωτική τιμωρία των Ελλήνων έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την τουλάχιστον μετριοπαθή αντιμετώπιση των ενόχων που προκάλεσαν την οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας, στην τοξική φωλιά των οποίων μαγειρεύτηκε η ελληνική κρίση για την οποία οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν περίπου 2.500 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η Γερμανία και οι δορυφόροι της τρομοκρατήθηκαν από την ιδέα ότι ξαφνικά οι κυβερνήσεις θα αρχίσουν να ρωτάνε τους πολίτες τους εάν επιθυμούν «τη διατήρηση του ευρώ με κάθε αντίτιμο» ή εάν αντίθετα θα προκρίνουν τη σχεδιασμένη και αλληλέγγυα διάλυση του «νομίσματος που γέννησε ο φόβος».
Προτεκτοράτο;
Ο Σλοβάκος πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίτσο συνόψισε τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων για την Ελλάδα δηλώνοντας ότι «φτιάξαμε ένα προτεκτοράτο, δεν βλέπω σ' αυτό κάτι κακό». Ο πιο γνωστός Γερμανός διανοητής της εποχής μας, Γιούργκεν Χάμπερμας, δήλωσε ότι «η de facto υποβάθμιση ενός κράτους-μέλους σε προτεκτοράτο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις δημοκρατικές αρχές της Ε.Ε.».
Ο Λούτσιο Καρατσιόλο, αρχισυντάκτης της σημαντικότερης ιταλικής μηνιαίας επιθεώρησης Limes, τιτλοφόρησε το σχετικό σχόλιό του «Μασκαρεμένο προτεκτοράτο», ενώ η οικονομολόγος Ιλόνα Σβιχλίκοβα έγραψε ότι «μετά την επιβολή των όρων των πιστωτών, η Ελλάδα αποτελεί ένα γερμανικό προτεκτοράτο. Οι εκλογές στην Ελλάδα δεν έχουν πια κανένα νόημα. Μπορούν κάλλιστα να ακυρωθούν για μια δεκαετία και η Γερμανία μπορεί να αποστείλει στη χώρα τον δικό της αρμοστή…»
Ο Ελληνας κοινωνιολόγος Τάσος Καρβουνιάρης χαρακτήρισε τη συμφωνία «σαφέστατα νέο-αποικιακή». Η Ελλάδα τελεί υπό καθεστώς κατάσχεσης και η δημόσια περιουσία της χώρας, συμπεριλαμβανομένων κάποιων νησιών, πρόκειται να ιδιωτικοποιηθεί. Στο εβδομαδιαίο περιοδικό I'Espresso θα βρούμε κάτω από τον τίτλο «Τόσα κέρδη, φράου Μέρκελ!» έναν μικρό κατάλογο των κερδών που αποκόμισαν οι Γερμανοί από την ελληνική κρίση.
Το 2010 η οικονομικά γονατισμένη Ελλάδα αγόρασε δύο γερμανικά υποβρύχια αντί τιμήματος 1,3 δισ. ευρώ, καθώς και εβδομήντα γερμανικά τανκ Leopard. H Deutsche Telecom έχει τον έλεγχο του ελληνικού ΟΤΕ, ενώ σε γερμανικές εταιρείες περιέρχονται 14 επικερδή περιφερειακά αεροδρόμια. Οπως υπενθύμισε ο οικονομολόγος Πάβελ Κόχοουτ η Γερμανία αποκόμισε κέρδη από την ελληνική κρίση: «Η πολιτική κληρονομιά της Μέρκελ θα είναι μια κατεστραμμένη Ελλάδα, μια υπό διάλυση ευρωζώνη, μια γενική αίσθηση αδικίας και ίσως και μια έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε. Ωστόσο το γερμανικό κράτος καταβάλλει για δεκαετή ομόλογα επιτόκια μόλις 0,75% ετησίως…»
Ο γερμανικός οικονομικός εθνικισμός, μεταμφιεσμένος σε υπερασπιστή του ευρώ, ξύπνησε τους παλαιούς ευρωπαϊκούς δαίμονες. Η επιρροή των κομμάτων που το μοναδικό πολιτικό τους πρόγραμμα είναι «η αποφασιστική υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων» σημειώνει κατακόρυφη άνοδο: στην κυβέρνηση της πετυχημένης και δημοκρατικής Φινλανδίας συμμετέχει σήμερα το κόμμα των «Αληθινών Φινλανδών».
Το πρώτο ζήτημα που τίθεται είναι το εξής: Ποιος έχει το δικαίωμα να υπογράψει μια συμφωνία, συνέπεια της οποία θα είναι η μετατροπή ενός ανεξάρτητου κράτους σε προτεκτοράτο! Η παροχή εγγυήσεων προς εξωτερικούς πιστωτές για ένα εξπρές και καταστροφικό δάνειο με τη μορφή δημόσιων περιουσιακών στοιχείων του κράτους –λιμάνια, νησιά, αεροδρόμια– ισοδυναμεί με δυνάμει εσχάτη προδοσία. Ενδεχομένως τα χρέη να έκαναν την Ελλάδα ένα κατεστραμμένο κράτος χωρίς κυριαρχία, ένα κράτος που αρκετές ακόμα δεκαετίες θα βρίσκεται υπό την μπότα μιας διεθνούς μαφίας τοκογλύφων.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1940 ο Ελληνας δικτάτορας Μεταξάς απέρριψε το τελεσίγραφο της φασιστικής Ιταλίας, οι Ελληνες πολέμησαν με επιτυχία και ηττήθηκαν μόλις τον Απρίλιο του 1941, μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων. Κρίμα που οι δημοκράτες Ελληνες δεν βρήκαν το κουράγιο να απορρίψουν με την ίδια αποφασιστικότητα τη μετατροπή της πατρίδας τους σε προτεκτοράτο. Το γεγονός ότι ένα χρεωμένο κράτος της ευρωζώνης μπορεί να μετατραπεί από τους πιστωτές σε προτεκτοράτο και η δημόσια περιουσία του να ξεπουληθεί στους πιστωτές, καθιστά την εγκατάλειψη του εθνικού νομίσματος μια ενέργεια με δραματικές επιπτώσεις.
* Ο Βάτσλαβ Μπιέλοχραντσκι γεννήθηκε το 1944 στην Πράγα. Δύο χρόνια μετά την εισβολή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας κατέφυγε στην Ιταλία, όπου ζει μέχρι σήμερα. Υπήρξε συνεργάτης αρκετών περιοδικών Τσεχοσλοβάκων διαφωνούντων. Είναι συγγραφέας αρκετών βιβλίων φιλοσοφικού και κοινωνιολογικού περιεχομένου ενώ τακτικά αρθρογραφεί σε τσεχικά και ιταλικά έντυπα. Διδάσκει φιλοσοφία και κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Τεργέστης και στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας.
Θεωρείται ο γνωστότερος μαθητής του Τσέχου φιλοσόφου Γιαν Πατότσκα και ο μεγαλύτερος εν ζωή διανοητής της Τσεχίας. Υπήρξε σύμβουλος των πρώτων «μεταβελούδινων» κυβερνήσεων της Τσεχοσλοβακίας διατυπώνοντας απόψεις που υποστήριζαν έναν οικολογικό φιλελευθερισμό. Το τελευταίο διάστημα ασκεί έντονη κριτική στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού.
Από την Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο 15 Αυγούστου 2015

Επιπτώσεις στην απασχόληση των νέων από τις πολιτικές λιτότητας

Καμπανάκι

10:22 | 15 Αυγ. 2015
Τελευταία ανανέωση 10:24 | 15 Αυγ. 2015
Σύμφωνα με την έκθεση του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) με θέμα τις προοπτικές απασχόλησης που δόθηκε στη δημοσιότητα την προηγούμενη εβδομάδα, η παγκόσμια οικονομική κρίση είχε ως αποτέλεσμα τον τριπλασιασμό της ανεργίας των νέων από το 2007 έως σήμερα. Του Θοδωρή Βασιλόπουλου.
Η ανεργία των νέων για το 2014 έχει φθάσει σε απίστευτα ανησυχητικά επίπεδα, ξεπερνώντας το 50% σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, ενώ ορατός είναι ο κίνδυνος να μιλάμε για μία «χαμένη γενιά» με μη αναστρέψιμες επιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα, η Ισπανία εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας μεταξύ των νέων με 53,2% ακολουθούμενη από την Ελλάδα με 52,4%. Λίγο πιο κάτω στην τέταρτη θέση και πάντως σε ιστορικά υψηλό βρίσκεται η Ιταλία με 42,7% ενώ στην επόμενη θέση είναι η Πορτογαλία με 34,8%. Μέσα στις πρώτες 10 χώρες με την υψηλότερη ανεργία των νέων, τα 8 είναι κράτη μέλη της ΕΕ.
YouthUnemploymentRatesOECD
«Δινοντας στους νέους ανθρώπους τα προσόντα και τα εργαλεία που χρειάζονται για να βρουν μια θέση εργασίας δεν είναι μόνο καλό για την ατομική τους προοπτική και την αυτοεκτίμησή τους, είναι επίσης καλό και για τη οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και τη συνολική ευημερία. Για αυτό οι επενδύσεις σε νέους πρέπει να γίνει πολιτκή προτεραιότητα σε όλο τον κόσμο», δήλωσε σχετικά ο γ.γ. του ΟΟΣΑ Άνχελ Γκουρία.
Σε άλλα ευρήματα της έκθεσης του ΟΟΣΑ γίνεται λόγος για δραματική αύξηση της μακροχρόνιας ανεργίας των νέων, ακόμα και σε χώρες που έχουν εξέλθει της κρίσης. Ανησυχητικό είναι το γεγονός πως η έκθεση αυτή δεν αποτυπώνει το πλήρες εύρος του προβλήματος, καθώς πολλοί νέοι που έχουν αφήσει τις σπουδές τους δεν εμφανίζονται στις στατιστικές μετρήσεις ενώ σημαντικά είναι και τα επίπεδα υποαπασχόλησης (θέσεις μερικής απασχόλησης, εποχική εργασία κλπ) των νέων. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 7,5 εκ. Ευρωπαίοι νέοι βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας ή συστήματος εκπαίδευσης /απόκτησης πρόσθετων δεξιοτήτων. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών είναι πιθανό να μείνει εκτός αγοράς εργασίας για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ ακόμα κι αν βρει θα τυγχάνει χαμηλότερου επιπέδου αμοιβής σε σχέση με τους συνομήλικούς τους για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Με άλλα λόγια η ΕΕ που κατασκευάζουν η Μέρκελ, οι ακόλουθοί της ή αλλιώς η συμμαχία των προθύμων είναι μια Ευρώπη εσωτερικού νεοαποικιακού χαρακτήρα. Ειδικά οι νέοι είναι οι σύγχρονοι δουλοπάροικοι με υποθηκευμένο το μέλλον τους και αρνητική προοπτική ανάκαμψης.
Δείτε εδώ ολόκληρη την έκθεση του ΟΟΣΑ.
Η έκθεση αυτή έρχεται σε συνέχεια της προηγούμενης έκθεσης του ΟΑΣΑ που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2015 η οποία κατατάσσει τους Έλληνες ως τον τρίτο πιο σκληρά εργαζόμενο λαό στον κόσμο και πρώτο στην ΕΕ καταρρίπτοντας τον μύθο του «τεμπέλη Έλληνα» .
 Από το tvxs

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015



"Εκατομμύρια δολλάρια μεταφέρονται ελεύθερα, με το πάτημα ενός πλήκτρου στον υπολογιστή. Έτσι λοιπόν, από τη μια μεριά έχουμε την εξουσία που είναι απελευθερωμένη από τον πολιτικό έλεγχο, και από την άλλη έχουμε την πολιτική, που συνεχώς πάσχει από έλλειμα εξουσίας, μια και η εξουσία εξατμίζεται στον χώρο των ροών."

Ο επίτιμος καθηγητής κοινωνιολογίας Ζίγκμουντ Μπάουμαν μιλά για την κρίση, τον καταναλωτισμό, τις μορφές αντίστασης, την ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας και το πώς βλέπει το μέλλον. Τη συνέντευξη πήραν η Ντίνα Δαβάκη και ο Δημήτρης Μπούκας για την εφημερίδα Η Εποχή.

Η Ελλάδα και η Νότια Ευρώπη διέρχονται μια παρατεταμένη οικονομική κρίση και δέχονται συνέχεια σκληρά μέτρα λιτότητας. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτά που συμβαίνουν;

Τα μέτρα συνδέονται με τα δάνεια που ζητούνται. Είναι σημαντικό όμως να δει κανείς για ποιο σκοπό χρησιμοποιούνται τα δάνεια που δίνονται στην Ελλάδα.
Αν χρησιμοποιούνται για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τότε απλά τρέφεται η ρίζα του προβλήματος και οι πολιτικές λιτότητας θα συνεχιστούν αμείωτες.

Οι οικονομικές κρίσεις έχουν να κάνουν όχι με καταστροφή του πλούτου, αλλά με αναδιανομή του. Σε κάθε κρίση υπάρχουν πάντα κάποιοι που κερδίζουν περισσότερα χρήματα σε βάρος των άλλων. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, μετά την κρίση έχει παρατηρηθεί μια αργή ανάκαμψη, όμως το 93% του επιπλέον ΑΕΠ που δημιουργήθηκε, κατέληξε μόνο στο 1% του πληθυσμού.
Στα βιβλία σας έχετε πολλές φορές αναφερθεί στον καταναλωτισμό της σύγχρονης, μετανεωτερικής κοινωνίας. Σε τι βαθμό υπάρχει συμβατότητα μεταξύ καταναλωτισμού και μέτρων λιτότητας;
Μέχρι το 1970, υπήρχε μια κυρίαρχη κουλτούρα αποταμίευσης και οι άνθρωποι δεν ξόδευαν χρήματα αν δεν τα είχαν προηγουμένως κερδίσει. Μετά το 1970, και με τη συνδρομή πολιτικών όπως ο Ρέϊγκαν, η Θάτσερ και θεωρητικών όπως ο Φρίντμαν, το καπιταλιστικό σύστημα αντιλήφθηκε ότι υπήρχε παρθένο έδαφος που μπορούσε να κατακτηθεί.
Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν αυτή που είχε πει ότι ο καπιταλισμός αναζωογονείται μέσω νέων παρθένων περιοχών. Αλλά προέβλεψε λανθασμένα ότι όταν το σύστημα κατακτήσει όλα τα παρθένα εδάφη θα καταρρεύσει.
Αυτό που δεν προέβλεψε ήταν ότι ο καπιταλισμός θα αποκτούσε την ικανότητα να δημιουργεί τεχνητές παρθένες περιοχές και να τις κατακτά. Μία από αυτές είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν χρέη. Έτσι εφευρέθηκαν οι πιστωτικές κάρτες. Διαμορφώθηκε λοιπόν μια κουλτούρα διαφορετική από αυτή της αποταμίευσης. Τώρα πλέον μπορούσε κανείς να ξοδεύει χρήματα που δεν είχε αποκτήσει.
Η φάση μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης, που διήρκεσε από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, βασίστηκε σε αυτήν ακριβώς την πίεση για δανεισμό. Κι όταν κανείς χρωστούσε η αντίδραση των τραπεζών δεν ήταν όπως παλιότερα, να στείλουν τον κλητήρα, αλλά το αντίθετο: έστελναν ένα πολύ ευγενικό γράμμα, με το οποίο προσέφεραν ένα νέο δάνειο για να αποπληρωθεί το προηγούμενο χρέος!
Αυτό συνεχίστηκε για τριάντα χρόνια, μέχρι που ο Κλίντον εισήγαγε τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου, που σήμαινε ότι ακόμη και οι άνθρωποι που δεν μπορούσαν να καλύψουν τα έξοδά τους με τα έσοδα, μπορούσαν να πάρουν στεγαστικά δάνεια κλπ.
Τελικά αυτή η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο και έτσι δημιουργήθηκε η χρηματοπιστωτική κρίση. Παρόλα αυτά, η καπιταλιστική οικονομία φαίνεται να αντέχει. Είχαμε, για παράδειγμα, το κίνημα "Καταλάβετε τη Wall Street", το οποίο έτυχε μεγάλης προσοχής από τα ΜΜΕ σε όλον τον κόσμο.
Στο μόνο μέρος που δεν έγινε αισθητό ήταν στην ίδια τη Wall Street, η οποία λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο! Και αυτό είναι το πρόβλημα. Κυριαρχεί η ιδέα, στο μυαλό της κας Μέρκελ και των άλλων πολιτικών, ότι ο μόνος τρόπος είναι να υποστηρίζονται οι τράπεζες για να μπορούν να δίνουν περισσότερα δάνεια. Αλλά αυτή είναι μια πολύ κοντόφθαλμη πολιτική, αφού αυτή η παρθένα περιοχή του καπιταλισμού έχει πια εξαντληθεί: Οποιοσδήποτε μπορούσε να χρεωθεί, έχει χρεωθεί!
Ακόμα και τα εγγόνια σας είναι ήδη χρεωμένα, δεν υπάρχει αμφιβολία. Θα πληρώνουν αυτά τα τριάντα χρόνια καταναλωτικού οργίου. Κι ενώ στην αρχή η παρθένα περιοχή των ανθρώπων που χρεώνονται απέφερε τεράστια κέρδη, βαθμιαία τα κέρδη αυτά λιγόστεψαν και τώρα είναι μηδαμινά, σύμφωνα με το νόμο της φθίνουσας απόδοσης.
Αυτό που γίνεται στην Ελλάδα τώρα είναι ότι η χώρα επενδύει σε φαντάσματα, αυτό ακριβώς είναι οι τράπεζες που δίνουν δάνεια!
Ποια είναι η διέξοδος, αν, όπως είπατε σε μια ομιλία σας, «έχει το μέλλον Αριστερά»;
Μού ζητάτε να απαντήσω ένα ερώτημα το οποίο πολύ πιο έξυπνοι άνθρωποι, όπως ο Στίγκλιτς, δυσκολεύονται να απαντήσουν. Είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν ριζικές λύσεις.
Κι εκείνο που με ανησυχεί, είναι ότι μεταξύ των πολιτικών θεσμών που έχουμε στη διάθεση μας, δεν υπάρχει ούτε ένας που να είναι σε θέση να παράσχει μακροπρόθεσμες λύσεις.
Όλες οι κυβερνήσεις υπόκεινται στους, κατά τον R.D.Laing[1], διπλούς δεσμούς, που στην περίπτωση των κυβερνήσεων, για να χρησιμοποιήσω μια αναλογία, συνίστανται στις πιέσεις που δέχονται. Από τη μία για να επανεκλεγούν πρέπει να αφουγκράζονται τα αιτήματα του λαού, εκούσια ή ακούσια, και να υποσχεθούν την ικανοποίησή τους. Από την άλλη, όλες οι κυβερνήσεις, δεξιές και αριστερές, αδυνατούν να τηρήσουν τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις λόγω των χρηματιστηρίων και των τραπεζών.
Για παράδειγμα, όταν η κυρία Μέρκελ και ο κύριος Σαρκοζί συναντήθηκαν μια Παρασκευή να διαβουλευτούν για το μνημόνιο της Ελλάδας, έλαβαν και κοινοποίησαν κάποιες αποφάσεις, και έτρεμαν όλο το σαββατοκύριακο μέχρι να ανοίξουν τα χρηματιστήρια τη Δευτέρα.
Δεν ξέρω αν η άποψη του Laing είναι σωστή ή λάθος ως προς την οικογένεια, αλλά θεωρώ ότι έχω δίκιο όταν υποστηρίζω πως ισχύει στην περίπτωση των κυβερνήσεων.
Ο κόσμος ψηφίζει από απογοήτευση. Εχουμε ολοένα και πιο συχνές εναλλαγές Δεξιάς και Αριστεράς.
Στα πλαίσια της ίδιας κρίσης, ο αριστερός Θαπατέρο ηττήθηκε από τον δεξιό Ραχόι στην Ισπανία, ενώ στη Γαλλία ο δεξιός Σαρκοζί αντικαταστάθηκε από τον σοσιαλιστή Ολάντ.
Αυτό ακριβώς εννοώ με τον όρο διπλοί δεσμοί.
Από τη μία η πίεση του εκλογικού σώματος και από την άλλη το παγκόσμιο κεφάλαιο, χρηματιστήρια, τράπεζες, επενδυτές, που υπερβαίνουν οποιαδήποτε κυβέρνηση.
Μέχρι και οι ΗΠΑ είναι καταχρεωμένες. Φαντάζεστε να ζητήσουν οι δανειστές της αμερικανικής κυβέρνησης άμεση εξόφληση του χρέους; Η αμερικανική οικονομία θα καταρρεύσει εν ριπεί οφθαλμού. Σε συνθήκες διπλών δεσμών, τόσο στην ψυχολογία όσο και στην μακροοικονομία, δεν υπάρχει επιτυχής διαφυγή. Πρέπει να αλλάξει το σύστημα εκ βάθρων και αυτό χρειάζεται χρόνο.
Ναι, χρειάζεται ριζική λύση. Ποιά η γνώμη σας για τα κινήματα στη Νότια Ευρώπη; Εμείς ελπίζουμε πως τα κινήματα βάσης φαίνονται να ενισχύονται ολοένα. Είναι η πρώτη φορά, που στην Ελλάδα παρατηρούνται ομοιότητες με τα μέσα της δεκαετίας του ’70, μετά την πτώση της δικτατορίας. Υπάρχει συσπείρωση των πολιτών και νομίζουμε πως είναι πολύ καλός οιωνός και ελπιδοφόρος. Είναι η μόνη ελπίδα.
Στο «Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς» ο Νοτιοαφρικανός συγγραφέας Κούτσι επανεξετάζει τις βασικές αρχές που διέπουν τη σκέψη μας, τα θεμέλια του στοχασμού μας, που θεωρούνται δεδομένα.
Ο αρχαίος ελληνικός όρος είναι «δόξα» και υποδηλώνει τις ιδέες με βάση τις οποίες σκεπτόμαστε, που όμως δεν αμφισβητούμε (ΣτΜ «δοξασία» στα νέα ελληνικά).
Μας διευκολύνουν να κατανοήσουμε τι γίνεται γύρω μας ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε, αλλά δεν υπόκεινται σε έλεγχο.
Τις αποδεχόμαστε σιωπηρά.  Ο Κούτσι τις θέτει σε αμφισβήτηση. Και λέει λοιπόν: «Αν θέλουμε πόλεμο, τον έχουμε. Αν επιθυμούμε ειρήνη, μπορούμε να την αποκτήσουμε. Αν αποφασίσουμε πως τα έθνη πρέπει να δρουν σε καθεστώς ανταγωνισμού και όχι φιλικής συνεργασίας, αυτό θα γίνει». Επομένως, κάθε αλλαγή είναι εφικτή.
Είναι θέμα πολιτικής βούλησης… Στη θέση των ιδιωτικών επιχειρήσεων, μπορούμε να έχουμε συνεταιρισμούς. Oταν έκανα τη διατριβή μου για υφηγεσία στο LSE, το θέμα μου ήταν η κοινωνιολογική ανάλυση του βρετανικού εργατικού κινήματος. Πώς από την παρακμή του στο τέλος του 19ου αιώνα εδραιώθηκε και απέκτησε ισχύ τον 20ο. Δεν έγινε χάρη στις τράπεζες, ούτε χρηματοδοτήθηκε από ιδρύματα. Ενισχύθηκε όμως από το συνεταιρισμό καταναλωτών Ροτσντέιλ, που ήταν ο πρώτος συνεταιρισμός το 19ου αιώνα.
Τα μέλη του αποφάσισαν να σταματήσουν να αγοράζουν από τα μαγαζιά, να μην πληρώνουν τους κεφαλαιούχους, αλλά να διανέμουν τα έσοδα του συνεταιρισμού στα μέλη του και στις τοπικές κοινότητες.
Ο Ροτσντέιλ δεν ήταν ο μόνος, υπήρχαν κι άλλοι. Υπήρχαν τα ταμεία αλληλοβοήθειας, που με μια μικρή συνδρομή, τα μέλη σε περίπτωση δυσκολίας μπορούσαν να δανειστούν χρήματα και να μην καταφύγουν στην τράπεζα. Αυτά τα ταμεία δεν ήταν κερδοσκοπικά. Επομένως δεν είναι αποκύημα της φαντασίας του Κούτσι, αλλά εφικτό το να γίνουν αλλαγές. Προΰποθέτουν όμως επανάσταση στο επίπεδο της κουλτούρας και νοοτροπίας.
Στην Ελλάδα της κρίσης υπάρχουν παρόμοιες πρωτοβουλίες των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, που παρακάμπτουν το μεσάζοντα και αγοράζουν από τους παραγωγούς και πωλούν σε τιμές κόστους απευθείας στους καταναλωτές. Μόνο έτσι μπορούν να αντεπεξέλθουν οι πολίτες , των οποίων η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί στο μισό από τις αλλεπάλληλες περικοπές. Πρόκειται για έγκλημα…
Αν τελικά η αλλαγή νοοτροπίας έχει αρχίσει, είναι μια αργή και μακροπρόθεσμη διαδικασία, που πρέπει να υπερνικήσει ισχυρότατους αντιπάλους. Ετσι όταν μιλάμε για λύσεις, το μείζον πρόβλημα δεν είναι το να βρούμε το τι είναι αναγκαίο να γίνει. Σ’ αυτό εύκολα μπορούμε να πετύχουμε σύγκλιση απόψεων. Το θέμα είναι το ποιός θα το κάνει.
Μήπως οι αγανακτισμένοι πολίτες;
Σίγουρα όχι τα πολιτικά κόμματα, οποιασδήποτε απόχρωσης. Ούτε οι κυβερνήσεις, που δεν ελέγχουν την οικονομία, οι δυνάμεις τις οποίας είναι παγκόσμιες. Τα κράτη είναι εξ ορισμού υποχρεωμένα να δρουν στα πλαίσια της επικράτειάς τους.
Η οικονομία δεν ασχολείται πλέον με το τοπικό επίπεδο, τη νομοθεσία του τόπου, τις προτιμήσεις ή σύστημα αξιών των κατοίκων του. Μόλις διαπιστωθεί σύγκρουση, παίρνουν τα laptop, τα i-pad και i-phones και μετακομίζουν σε χώρες σαν το Μπανγκλαντές, όπου βρίσκουν απρόσκοπτη πρόσβαση σε εργατικά χέρια που κοστίζουν 2 δολάρια τη μέρα.
Υπάρχει αυτό που ο Ισπανός κοινωνιολόγος Μανουέλ Καστέλς αποκαλεί «χώρο των ροών» (space of flows).
Εκατομμύρια δολλάρια μεταφέρονται ελεύθερα, με το πάτημα ενός πλήκτρου στον υπολογιστή. Έτσι λοιπόν, από τη μια μεριά έχουμε την εξουσία που είναι απελευθερωμένη από τον πολιτικό έλεγχο, και από την άλλη έχουμε την πολιτική, που συνεχώς πάσχει από έλλειμα εξουσίας, μια και η εξουσία εξατμίζεται στον χώρο των ροών.
Εννοείτε ότι η πολιτική είναι τοπική, ενώ η εξουσία παγκόσμια… 
Ακριβώς. Και ο πιο αδύναμος κρίκος δεν είναι η κοινότητα, η πόλη ή οποιαδήποτε άλλη μορφή τοπικότητας, αλλά το ίδιο το κράτος, που είναι παγιδευμένο μεταξύ δύο πυρών, του έθνους από τη μια και των αγορών από την άλλη.
Και οι πρωτοβουλίες που αναφέρατε γεννιούνται στο υπο-εθνικό επίπεδο. Οι θεσμοί του εθνικού επιπέδου (κόμματα, κυβέρνηση, βουλή κλπ.) δε μπορούν  να αντεπεξέλθουν στη διπλή αυτή πίεση.
Οι πολίτες στην προσπάθεια τους να προστατευθούν από τις επιπτώσεις αυτών των ανώνυμων δυνάμεων της αγοράς, αντιδρούν με τον παραδοσιακό τρόπο, δηλαδή οργανώνονται με γνωστούς τους, γείτονες, με όλους αυτούς με τους οποίους αντιλαμβάνονται από κοινού πως η βελτίωση του τόπου τους θα έχει θετικό αντίκτυπο σε όλους και δεν είναι ανταγωνιστικό παιχνίδι με νικητές και ηττημένους.
Γίνεται στις μέρες μας συχνά λόγος για δίκτυα… Ξέρετε, αντιμετωπίζω τον όρο αυτον με δυσπιστία. Τα δίκτυα έχουν να κάνουν με την επικοινωνία και η επικοινωνία περικλείει ταυτόχρονα τη δυναμική της σύνδεσης και τη δυναμική της αποσύνδεσης.
Προτιμώ να μιλώ για κοινότητα, γιατί αυτός ο όρος εμπεριέχει την έννοια της δέσμευσης, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση των δικτύων. Σήμερα, μπορεί κανείς να έχει εκατοντάδες φίλους σε ένα online δίκτυο και απλά κάποια στιγμή να σταματήσει να επικοινωνεί με κάποιους, χωρίς να χρειαστεί καν να εξηγήσει γιατί ή να ζητήσει συγγνώμη.
Στις τελευταίες εκλογές στην Ελλάδα, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε ποσοστό περίπου 27% για πρώτη φορά στην ιστορία. Η δέσμευσή του είναι ότι θα σταματήσει την αποπληρωμή του χρέους και τα μέτρα λιτότητας που έχουν επιβληθεί.
Από μια άποψη ήταν ευτυχής συγκυρία που η Αριστερά δε μπόρεσε να γίνει κυβέρνηση. Μπορώ να φανταστώ τη δυσκολία της θέσης της απέναντι σε πολιτικές που έχουν επιβληθεί, όχι από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά από τις ανώνυμες δυνάμεις της αγοράς. Όσο ισχυρή θέληση και καλή οργάνωση και να έχουν τα κόμματα, δε νομίζω ότι μπορούν να καταφέρουν κάτι αν δεν αλλάξει το σύστημα. Όπως ανέφερα, εκείνο που παρατηρείται σήμερα, είναι η αποκοπή της εξουσίας από την πολιτική.
Ως εξουσία αντιλαμβάνομαι την ικανότητα να κάνει κανείς κάποια πράγματα. Ως πολιτική αντιλαμβάνομαι την ικανότητα να αποφασίζει κανείς τι πρέπει να γίνει. Παλιότερα, το ζητούμενο ήταν να επιβάλλει κανείς τη δική του πολιτική ατζέντα. Ήταν δεδομένο ότι το κράτος θα υλοποιούσε την όποια ατζέντα. Σήμερα, τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Δεν εννοώ ότι το κράτος είναι τελείως ανίσχυρο, αλλά ότι έχει περιορισμένα περιθώρια ελιγμών. Έτσι, μπορεί π.χ. να αποφασίσει ποιούς θα φορολογήσει περισσότερο, αλλά δεν έχει λόγο στα μεγάλα προβλήματα.
Όλοι οι πολιτικοί θεσμοί που δημιουργήθηκαν μεταπολεμικά, βασίζονταν στην αντίληψη ότι το κράτος είναι ικανό να διαχειριστεί την οικονομία, την άμυνα, όπως και τις πολιτισμικές νόρμες μιας κοινωνίας.
Αλλά τώρα πια η ιδέα της εθνικής κυριαρχίας αποτελεί αυταπάτη, αφού δεν υπάρχει ούτε ένα έθνος που να είναι κυρίαρχο. Ακόμη και πολύ θαραλλέοι πολιτικοί, όπως ο Λούλα στη Βραζιλία, χρειάζεται να παρακολουθούν τις αντιδράσεις των αγορών όταν υιοθετούν τη μια ή την άλλη πολιτική. Αντίθετα, κυριαρχούν τα χρηματιστήρια που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να παρακολουθούν τις ισοτιμίες των νομισμάτων κι όταν εντοπίσουν μια αδυναμία, να τη διογκώνουν μέχρι να πάρει διαστάσεις τεράστιου προβλήματος, μέσω των ΜΜΕ και της πληροφορικής, ώστε να οδηγήσουν σε πτώση των μετοχών και υποτιμήσεις και να δημιουργήσουν συνθήκες κερδοσκοπίας για το μεγάλο κεφάλαιο.
Πώς μπορεί να επέλθει η αλλαγή; Πώς είναι δυνατόν το σύστημα της αγοράς να παραμένει τόσο σταθερό σ’ένα περιβάλλον γενικής ρευστότητας, για να χρησιμοποιήσουμε δικούς σας όρους;
Όπως σάς είπα, δε βλέπω κάποια αρχή ικανή να επιβάλει κάτι διαφορετικό και πιστεύω ότι για να υπάρξει θα περάσουν δεκαετίες, δεν είναι κάτι που θε εμφανιστεί μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Η μόνη ριζική λύση που βλέπω είναι να εδραιωθεί ένας τρόπος ζωής, που θα καταστήσει το υπάρχον σύστημα έκπτωτο.
Δηλαδή, να σταματήσει το σκεπτικό τού να δανείζεται κανείς για την απόκτηση αυτοκινήτου ή σε επίπεδο κρατών, το να καταφεύγουν σε δανεισμό για να μειώσουν τους φόρους για τους πολύ πλούσιους, και να υιοθετηθεί ένας τρόπος ζωής, που θα παρέχει σε κάποιο βαθμό ασφάλεια σε όλους.
Σε τέτοιο περιβάλλον οι κερδοσκόποι δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα. 
Δηλαδή ένας αντικαταναλωτικός τρόπος ζωής. 
Ακριβώς. Το μισό πρόβλημα είναι ο υπερβολικός καταναλωτισμός της σπατάλης, που κυριαρχεί. Γι’ αυτό και κανένα επίδοξο κόμμα εξουσίας δεν υπόσχεται στους ψηφοφόρους πως θα πατάξει τον καταναλωτισμό. Δεν μιλάμε φυσικά για λιτότητα, αλλά για αλλαγή νοοτροπίας και τρόπου ζωής, με έμφαση στην ικανοποίηση των αναγκών και όχι την ικανοποίηση των καταναλωτών. Ο κόσμος τότε δεν θα σπαταλάει χρήματα για την απόκτηση διάφορων gadgets, όπως για παράδειγμα το να αγοράζεις καινούριο κινητό, χωρίς το παλιό να έχει βλάβη…
Αυτό γίνεται γιατί οι κατασκευαστές των gadgets διασφαλίζουν ότι μόλις εισαχθεί το νέο μοντέλο μιας συσκευής τα παλιότερα θα γίνουν παρωχημένης τεχνολογίας και αυτό ακριβώς τονίζουν όταν τα διαφημίζουν. Τέτοια τεχνάσματα χρησιμοποιούν για να παγιδεύουν τους καταναλωτές. Φυσικά.
Τα διαφημιστικά κόλπα αρχίζουν από τις διαφημίσεις στην παιδική τηλεόραση, όταν π.χ. τα νέα μοντέλα αθλητικών παπούτσιών παρουσιάζονται με τέτοιον τρόπο, που κάνει τα παιδιά να αισθάνονται πως θα γίνουν ρεζίλι στο σχολείο αν εμφανιστούν με παλιότερα.
Μ’αυτόν τον τρόπο ασκούνται πιέσεις από παντού και απαιτείται θάρρος και αντοχή για να αντισταθεί κανείς στον καταναλωτισμό. Κάποιοι το κατορθώνουν και δημιουργούνται μικροί πυρήνες, όπως για παράδειγμα στην Ιταλία υπάρχει το κίνημα "slow food", που έχει εξαπλωθεί σε 160 χώρες.
Ή το "Cittaslow", που αποσκοπεί στην επιβράδυνση του ρυθμού ζωής στα αστικά κέντρα και στη διασφάλιση της ποιότητας ζωής, αντί για την ποιότητα της κατανάλωσης.
Τέτοιες πρωτοβουλίες αποτελούν «νησάκια» σε ένα αρχιπέλαγος.
Από αυτό το σημείο ως τη ριζική αλλαγή νοοτροπίας είναι μακρύς ο δρόμος.
Με παρηγορεί όμως η σκέψη πως κάθε πλειοψηφία στην ιστορία ξεκίνησε ως μειοψηφία κι έτσι το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τις κινήσεις που αναφέραμε. Δεν έχω δυστυχώς άλλο όραμα να σας προσφέρω.
Ποιός θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος των διανοούμενων σε αυτήν την προσπάθεια;
Η διανόηση έχει γίνει κι αυτή ένα προϊόν που πωλείται και αγοράζεται και αυτό ισχύει για όλους, τόσο συντηρητικούς, όσο και προοδευτικούς. Παλιότερα, ας πούμε στη δεκαετία του ’30, υπήρχαν διανοούμενοι με κάποιο όραμα, κομμουνιστικό ή ακόμη και φασιστικό. Σήμερα οι διανοούμενοι με όραμα είναι πολύ λίγοι.
Ο Μισέλ Φουκώ έχει πει ότι δεν υπάρχουν πια ολοκληρωμένοι διανοούμενοι: οι πανεπιστημιακοί στηρίζουν τα πανεπιστήμια, οι καλλιτέχνες τα θέατρα, οι γιατροί τα νοσοκομεία, η κάθε κατηγορία τα δικά της επαγγελματικά συμφέροντα. Λείπουν οι διανοούμενοι που θα στοχαστούν με πλαίσιο αναφοράς την ανθρωπότητα ολόκληρη.
Αυτή η απουσία έχει να κάνει με τη σχετικοποίηση και την εμπορευματοποίηση της γνώσης;
Οι διαδικασίες της εμπορευματοποίησης, της απορρύθμισης, του ατομισμού χαρακτηρίζουν όλες τις πλευρές της σύγχρονης κοινωνίας. Έτσι δεν υπάρχουν πια «κέντρα βάρους», σημεία συνεύρεσης, και «εργοστάσια αλληλεγγύης». Όλα είναι σκόρπια, ρευστά.
Συνεργαζόμαστε στιγμιαία για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος και στη συνέχεια μεταπηδάμε σε κάτι άλλο, όταν βαρεθούμε, και όχι όταν το πρόβλημα έχει επιλυθεί. Δεν υπάρχει αγκυροβόλι.
Αν λοιπόν, όπως περιγράφετε και στα βιβλία σας, ζούμε πια σε ένα μεταμοντέρνο, ρευστό κόσμο, μια ρευστή μετανεωτερικότητα, ποιά θα είναι η διάδοχη κατάσταση;
Χρησιμοποιώ, όπως ίσως ξέρετε, τον όρο interregnum, που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Τίτο Λίβιο για να περιγράψει την κατάσταση στη Ρώμη μετά το θάνατο του Ρωμύλου, που βασίλεψε για 37 χρόνια, όσο ήταν τότε ο μέσος όρος ζωής. Μετά το θάνατό του, ελάχιστοι Ρωμαίοι θυμούνταν τη Ρώμη πριν το Ρωμύλο. Οπότε επικρατούσε μια κατάσταση τραγικής αβεβαιότητας και έλλειψης προσανατολισμού, μέχρι να βρεθεί βασιλιάς.
Ο Γκράμσι δανείστηκε τον όρο και τον προσάρμοσε για να περιγράψει μια κατάσταση όπου οι παλιές πρακτικές δεν είναι πια αποτελεσματικές, ενώ νέοι τρόποι δεν έχουν ακόμα εφευρεθεί.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλέψουμε ποιοί θα είναι αυτοί οι τρόποι. Ίσως σε άλλα σημεία της υδρογείου να έχουν ήδη βρεθεί και να μην το γνωρίζουμε. Αυτό το μαθαίνουμε πάντα εκ των υστέρων. Στη διάρκεια του 20ου αιώνα, ούτε ένα από τα γεγονότα που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας δεν είχε προβλεφθεί. Όλα αποτέλεσαν εκπλήξεις και ο κόσμος δεν μπορούσε να πιστέψει πως συνέβαιναν. Οταν μελετούσα την ιστορία του εργατικού κινήματος στη Βρετανία και έκανα έρευνα στα αρχεία της Guardian στο Μάντσεστερ, διαπίστωσα πως ούτε μια φορά μέχρι το 1870  δεν είχε γίνει αναφορά στην βιομηχανική επανάσταση, ούτε στην κοιτίδα της, το Μάντσεστερ.
Ο κόσμος δεν είχε αντιληφθεί πως ζούσε τη βιομηχανική επανάσταση. Επομένως, αν τώρα ζούμε μια μετα-ρευστή επανάσταση, μόνο τα παιδιά σας θα τη συνειδητοποιήσουν.
Αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Ο συμπατριώτης σας Κορνήλιος Καστοριάδης, όταν λόγω των ριζοσπαστικών του θέσεων ερωτήθηκε αν στόχος του ήταν να αλλάξει τον κόσμο, απάντησε «Ούτε κατά διάνοια. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου να αλλάξω τον κόσμο. Αυτό που επιθυμώ είναι να αλλάξει η ανθρωπότητα από μόνη της, όπως έκανε τόσες φορές στο παρελθόν».
Αυτή είναι οπτική αισιόδοξου ανθρώπου.
Την προσυπογράφετε σε τελική ανάλυση;
Δεν θα προλάβω να το δω, γιατί είναι μακροπρόθεσμο. Όμως ελπίζω ο 21ος αιώνας να είναι αφιερωμένος στην επανασύνδεση εξουσίας και πολιτικής, μέσα από συλλογική δράση και κοινούς στόχους.
Η διάκριση μεταξύ αισιόδοξης και απαισιόδοξης στάσης κατά τη γνώμη μου είναι λογικά εσφαλμένη, αφού δεν εξαντλεί όλες τις πιθανότητες. 
Ποιός είναι ο αισιόδοξος; Όποιος πιστεύει πως ο κόσμος ως έχει εδώ και τώρα, είναι ο καλύτερος δυνατός. Ποιός είναι ο απαισιόδοξος; Αυτός που σκέφτεται πως ίσως ο αισιόδοξος να έχει δίκιο.
Υπάρχει και ο Καστοριάδης μεταξύ των δύο θέσεων, που λέει πως ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός και έλπιζε πως κάποτε θα πραγματοποιηθεί. Όσον αφορά στο απώτερο μέλλον, η άποψη του είναι σωστή, όχι όμως όσον αφορά στο άμεσο μέλλον. Όσο για μένα, είμαι βραχυπρόθεσμα απαισιόδοξος και μακροπρόθεσμα αισιόδοξος.
Δεν βλέπω ριζοσπαστικές αλλαγές σύντομα, αλλά είμαι σίγουρος, πως είναι στο πρόγραμμα.
[1] Ο ψυχίατρος R.D. Laing, ορίζει ως «διπλούς δεσμούς», τα διαφορετικά αντιφατικά μηνύματα στα οποία είναι εκτεθειμένα τα μέλη της οικογένειας λόγω της ταυτόχρονης επιρροής της κοινωνίας και της οικογένειας και την ανάγκη να απαντήσουν σε πολύ συχνά παράλογες προκλήσεις για να μην τιμωρηθούν.
Πηγή: Η Εποχή

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Έρευνα: Η Γερμανία κέρδισε 100 δισ. ευρώ από την ελληνική κρίση

Η μελέτη

19:10 | 10 Αυγ. 2015
Τελευταία ανανέωση 19:13 | 10 Αυγ. 2015
Στην εκτίμηση ότι η γερμανική οικονομία ωφελήθηκε κατά τουλάχιστον 100 δισ. ευρώ εξαιτίας της ελληνικής κρίσης καταλήγει μελέτη του γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικής Έρευνας Leibniz, η οποία δόθηκε τη Δευτέρα στη δημοσιότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της σχετικής μελέτης, το ποσό αυτό αντικατοπτρίζεται στα χρήματα που το Βερολίνο κατόρθωσε να εξοικονομήσει μέσω χαμηλότερων επιτοκίων σε ποσά που η κυβέρνηση δανείστηκε εν μέσω της «φυγής προς την ασφάλεια» των επενδυτών.
«Αυτή η εξοικονόμηση ξεπερνά το κόστος της κρίσης, ακόμη κι αν η Ελλάδα χρεοκοπούσε. Η Γερμανία ξεκάθαρα επωφελήθηκε από την ελληνική κρίση», σημειώνει το γερμανικό μη κερδοσκοπικό ινστιτούτο στα συμπεράσματα της μελέτης του.
«Κάθε φορά που οι οικονομικές αγορές έπαιρναν αρνητικά νέα για την Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, τα επιτόκια των ομολόγων της γερμανικής κυβέρνησης έπεφταν και κάθε φορά που υπήρχαν καλά νέα, ανέβαιναν», αναφέρεται ακόμη.
«Τα 100 δισ. ευρώ που η Γερμανία γλίτωσε από το 2010 ισοδυναμούν με πάνω από το 3% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το Ινστιτούτο με έδρα το Χάλε. Και τα ομόλογα άλλων χωρών επωφελήθηκαν, ανάμεσά τους των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Ολλανδίας, αλλά σε μικρότερη έκταση, ενώ το μερίδιο της Γερμανίας για τα πακέτα διάσωσης της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένου του νέου δανείου που είναι τώρα υπό διαπραγμάτευση, φτάνουν τα περίπου 90 δισ. ευρώ».
Και επισημαίνει το Ινστιτούτο Leibniz: «Ακόμη κι αν η Ελλάδα δεν αποπληρώσει ούτε σεντ, το γερμανικό δημόσιο 'πορτοφόλι' έχει ωφεληθεί οικονομικά από την κρίση».
Για την πρωτότυπη μελέτη του Ινστιτούτο Leibniz κάντε κλικ εδώ
Από το tvxs

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Ευρώπη: Μια «χαμηλής έντασης» δημοκρατία

07:46 | 09 Αυγ. 2015
Τελευταία ανανέωση 20:47 | 09 Αυγ. 2015
Μικαέλ Λεβί
Ας ξεκινήσουμε με ένα απόσπασμα ενός δοκιμίου σχετικά με την αστική δημοκρατία στη Ρωσία, γραμμένο το 1906, μετά την ήττα της πρώτης Ρωσικής Επανάστασης:
«Είναι εντελώς γελοίο να πιστεύουμε ότι υπάρχει μια εκλεκτική συγγένεια ανάμεσα στον τωρινό μεγάλο καπιταλισμό – άρτι εισαχθέντα σήμερα στη Ρωσία και καλά εδραιωμένο στις Ηνωμένες Πολιτείες […] και τη «δημοκρατία» ή την «ελευθερία» (με όλες τις πιθανές σημασίες της λέξης). Tο πραγματικό ερώτημα θα έπρεπε να είναι το εξής: Πώς αυτές οι έννοιες μπορεί να είναι «πιθανές» σε μακροπρόθεσμη βάση, κάτω από καπιταλιστική κυριαρχία;».[1]
Ποιος είναι ο συγγραφέας του διορατικού αυτού σχόλιου; Ο Λένιν, ο Τρότσκι ή, μήπως, ο Πλεχάνοφ; Όχι· είναι ο Μαξ Βέμπερ, ο διάσημος αστός κοινωνιολόγος. Αν ποτέ δεν ανέπτυξε αναλυτικά την διορατική του άποψη, εδώ ο Βέμπερ υποδηλώνει ότι υπάρχει μια εγγενής αντίφαση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία.
Η ιστορία του 20ού αιώνα φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή την άποψη: πολύ συχνά, όταν η εξουσία των κυρίαρχων τάξεων φάνηκε να απειλείται από τον λαό, η δημοκρατία παραγκωνίστηκε ως μια δαπανηρή πολυτέλεια και αντικαταστήθηκε από το φασισμό (στην Ευρώπη, τις δεκαετίες του 1920 και 1930) ή τις στρατιωτικές δικτατορίες (στη Λατινική Αμερική τις δεκαετίες του 1960 και του 1970).
Ευτυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο στη σημερινή Ευρώπη· ωστόσο, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες με τον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού, έχουμε μια δημοκρατία χαμηλής έντασης, μια δημοκρατία χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο, ένα άδειο κέλυφος. Φυσικά, εξακολουθούν να γίνονται εκλογές, αλλά φαίνεται να υπάρχει ένα μόνο κόμμα, το ΕΚΑ, το Ενωμένο Κόμμα Αγοράς, με δύο παραλλαγές που έχουν ελάχιστες μόνο διαφορές: τη δεξιά νεοφιλελεύθερη, και την κεντροαριστερή-σοσιαλφιλελεύθερη.
Η παρακμή της δημοκρατίας είναι ιδιαίτερα ορατή στην ολιγαρχική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς το Ευρωκοινοβούλιο έχει πολύ μικρή επιρροή, ενώ η εξουσία βρίσκεται σταθερά στα χέρια μη εκλεγμένων οργάνων, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Σύμφωνα με τον Giandomenico Majone, καθηγητή στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, και έναν από τους ημιεπίσημους θεωρητικούς της Ε.Ε., η Ευρώπη χρειάζεται «μη πλειοψηφικά θεσμικά όργανα», δηλαδή «δημόσιους θεσμούς που, εσκεμμένα, δεν θα λογοδοτούν ούτε στους ψηφοφόρους ούτε στους εκλεγμένους αξιωματούχους: αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να προστατευτούμε από την «τυραννία της πλειοψηφίας». Σε αυτούς τους θεσμούς, χαρακτηριστικά όπως η τεχνογνωσία, η επαγγελματική εχεμύθεια και η συνοχή […] είναι πολύ πιο σημαντικά από ό,τι η άμεση δημοκρατική λογοδοσία».[2] Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς μια πιο κραυγαλέα απολογία του ολιγαρχικού και αντιδημοκρατικού χαρακτήρα της Ε.Ε.
Κατά τη διάρκεια της παρούσας οικονομικής κρίσης, η δημοκρατία έχει κατρακυλήσει στα χαμηλότερα επίπεδα. Σε ένα πρόσφατο άρθρο, το περιοδικό Le Figaro έγραψε ότι η παρούσα κατάσταση είναι έκτακτη, και αυτό εξηγεί γιατί οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν μπορεί να τηρούνται πάντα. Όταν η κανονικότητα επιστρέψει, τότε μπορούμε να αποκαταστήσουμε τη δημοκρατική νομιμότητα. Έχουμε, συνεπώς, ένα είδος οικονομικοπολιτικής «κατάστασης εξαίρεσης», με την έννοια που αποδίδει ο Καρλ Σμιτ στο όρο. Αλλά ποιος είναι ο κυρίαρχος που έχει το δικαίωμα να κηρύξει, σύμφωνα με τον Σμιτ, την κατάσταση εξαίρεσης;
Για κάποιο χρονικό διάστημα μετά το 1789 και πριν την ανακήρυξη της Γαλλικής Δημοκρατίας το 1792, ο βασιλιάς διατηρούσε το συνταγματικό δικαίωμα του βέτο. Όποιες και αν ήταν οι αποφάσεις της Εθνοσυνέλευσης, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες και τις προσδοκίες του γαλλικού λαού, η τελευταία λέξη ανήκε στην Αυτού Μεγαλειότητα.
Στην Ευρώπη σήμερα, ο Βασιλιάς δεν ένας Βουρβόνος ή ένας Αψβούργος· ο Βασιλιάς είναι το Χρηματοπιστωτικό Κεφάλαιο. Όλες οι παρούσες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις –εκτός από την ελληνική!– είναι λειτουργοί αυτής της απολυταρχικής, φανατικής και αντιδημοκρατικής μοναρχίας. Είτε είναι δεξιοί, θιασώτες του «ακραίου κέντρου» ή ψευδο-αριστεροί, είτε συντηρητικοί, χριστιανοδημοκράτες ή σοσιαλδημοκράτες, όλοι υπηρετούν φανατικά το δικαίωμα της Αυτού Μεγαλειότητος για βέτο.
O απόλυτoς και πλήρης κυρίαρχος σήμερα στην Ευρώπη είναι, ως εκ τούτου, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική αγορά. Οι αγορές υπαγορεύουν σε κάθε χώρα το ύψος των μισθών και των συντάξεων, τις περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, τις ιδιωτικοποιήσεις, το ποσοστό της ανεργίας. Λίγο παλιότερα, όρισαν ευθέως αρχηγούς κυβερνήσεων (Λουκάς Παπαδήμος στην Ελλάδα και Μάριο Μόντι στην Ιταλία), επιλέγοντας τους λεγόμενους «ειδικούς», πιστούς υπηρέτες των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά σε μερικούς από αυτούς τους παντοδύναμους «ειδικούς». Από πού προέρχονται; Ο Μάριο Ντράγκι, ο επικεφαλής της ΕΚΤ είναι πρώην διευθυντής της Goldman Sachs. Ο Μάριο Μόντι, πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος, είναι επίσης πρώην σύμβουλος της Goldman Sachs. Ο Μόντι και ο Παπαδήμος είναι μέλη της Τριμερούς Επιτροπής, ενός πολύ κλειστού κλαμπ πολιτικών και τραπεζιτών στο οποίο συζητούν τις μελλοντικές κινήσεις τους. Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τριμερούς είναι ο Πήτερ Σάντερλαντ, πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος, και πρώην διευθυντής της Goldman Sachs. Ο αντιπρόεδρος της Τριμερούς, Βλαντιμίρ Ντλούχι, πρώην υπουργός Οικονομικών της Τσεχίας, τώρα είναι σύμβουλος της Goldman Sachs για την Ανατολική Ευρώπη. Με άλλα λόγια: οι «ειδικοί» που είναι επιφορτισμένοι με την σωτηρία της Ευρώπης από την κρίση, εργάζονταν σε μια από τις τράπεζες που ευθύνονται άμεσα για την κρίση των στεγαστικών δανείων υψηλού ρίσκου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποια συνωμοσία για να παραδοθεί η Ευρώπη στην Goldman Sachs, απλώς απεικονίζει εύγλωττα την ολιγαρχική υφή της ελίτ των «ειδικών» που κυβερνούν την Ε.Ε.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αδιαφορούν για τις διαμαρτυρίες, τις απεργίες, τις μαζικές διαδηλώσεις και δεν νοιάζονται για τη γνώμη ή τα συναισθήματα του πληθυσμού. Στο μόνο που είναι προσηλωμένες –εξαιρετικά προσηλωμένες– είναι στη γνώμη και τα συναισθήματα των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των «υπαλλήλων» τους, των οίκων αξιολόγησης. Στην ευρωπαϊκή ψευδο-δημοκρατία, η προσφυγή στον λαό με ένα δημοψήφισμα είναι μια επικίνδυνη αίρεση ή, ακόμα χειρότερα, ένα έγκλημα εναντίον της Αγίας Αγοράς. Η ελληνική κυβέρνηση είναι η μόνη που είχε το θάρρος να οργανώσει μια τέτοια προσφυγή στον λαό.
Το ελληνικό δημοψήφισμα δεν αφορούσε μόνο τα θεμελιώδη οικονομικά και κοινωνικά θέματα· αφορούσε επίσης, πάνω απ’ όλα, τη δημοκρατία. Το 61,3% του ελληνικού Όχι ήταν μια προσπάθεια αμφισβήτησης του βασιλικού βέτο των αγορών. Θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του μετασχηματισμού της Ευρώπης, από καπιταλιστική μοναρχία σε δημοκρατική πολιτική κοινότητα. Αλλά οι σημερινoί ολιγαρχικοί θεσμοί της Ευρώπης δείχνουν μικρή ανοχή στη δημοκρατία. Τιμώρησαν αμέσως τον ελληνικό λαό για την αυθάδη προσπάθειά του να απαρνηθεί τη λιτότητα. Η κατασΤρόικα επέστρεψε στην Ελλάδα εκδικητική επιβάλλοντας έναν βάναυσο πρόγραμμα οικονομικής υποτέλειας, κοινωνικής αδικίας και απάνθρωπων μέτρων. Η γερμανική Δεξιά έφτιαξε αυτό το τέρας, και το επέβαλε στον ελληνικό λαό με τη συνενοχή ψευτοφίλων της Ελλάδας (Ολάντ, Ρέντσι κ.ο.κ.).
***
Ενώ η κρίση επιδεινώνεται και η οργή του κόσμου αυξάνεται, πολλές κυβερνήσεις αισθάνονται, ολοένα και περισσότερο, τον πειρασμό να κατευθύνουν την προσοχή της κοινής γνώμης προς έναν αποδιοπομπαίο τράγο: τους μετανάστες. Έτσι, οι ξένοι χωρίς χαρτιά, οι μετανάστες από χώρες εκτός Ε.Ε., οι μουσουλμάνοι και οι Ρομά παρουσιάζονται ως η κύρια απειλή για τη χώρα. Αυτό βέβαια προσφέρει μεγάλες ευκαιρίες σε ρατσιστικά, ξενοφοβικά, ημι-φασιστικά ή γνήσια φασιστικά κόμματα, τα οποία ενισχύονται και ήδη, σε αρκετές χώρες, μετέχουν στην κυβέρνηση — μια πολύ σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία στην Ευρώπη.
Η μόνη ελπίδα είναι η αυξανόμενη προσδοκία για μια άλλη Ευρώπη, μακριά ​​από τον άγριο ανταγωνισμό, τις βάναυσες πολιτικές λιτότητας, και την αποπληρωμή αιώνιων χρεών. Μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή: δημοκρατική, οικολογική και κοινωνική. Αλλά δεν πρόκειται να επιτευχθεί χωρίς κοινό αγώνα των ευρωπαϊκών πληθυσμών, πέρα ​​από εθνικά σύνορα και τα στενά όρια του έθνους-κράτους. Με άλλα λόγια, η ελπίδα μας για το μέλλον είναι η λαϊκή αγανάκτηση, και τα κοινωνικά κινήματα, τα οποία έχουν γνωρίσει άνοδο σε πολλές χώρες, κυρίως μεταξύ των νέων και των γυναικών. Για τα κοινωνικά κινήματα, γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είναι ένας αγώνας ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό, και, σε τελευταία ανάλυση, τον ίδιο τον καπιταλισμό, ένα εγγενώς αντιδημοκρατικό σύστημα, όπως είχε ήδη επισημάνει ο Μαξ Βέμπερ, πριν από εκατό χρόνια.
[1] Max Weber, «Zur Lage der bürgerlichen Demokratie in Russland» [Για την κατάσταση της αστικής δημοκρατίας στη Ρωσία», Archiv für Sozialwissenschaft und Sozialpolitik, τόμ. 22 (1906), παράρτημα, σ. 353.
[2] Όπως παρατίθεται από τον Perry Anderson στο Le Nouveau Vieux Monde [Ο νέος παλαιός κόσμος], Agone, Μασσαλία 2011, σ. 154, 158 [αγγλ. έκδ.: Τhe New Old World, Verso, 2009].
Πηγή: Ενθέματα