Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

Ο Τραμπ και η κρίση της Δημοκρατίας

trump2-630.jpg

Ο Τραμπ πέτυχε κάτι που στα μάτια των ειδικών φάνταζε αδιανόητοΟ Τραμπ πέτυχε κάτι που στα μάτια των ειδικών φάνταζε αδιανόητο: επικράτησε στα κάστρα των Δημοκρατικών (Οχάιο, Πενσιλβάνια, Μίσιγκαν) | AP Photo/Steve Helber
Μετάφραση-επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου
Η νίκη του Τραμπ συνδέεται με μια παγκόσμια τάση υπέρ του αυταρχικού εθνικού λαϊκισμού σε σχέση με τις ανεπάρκειες και τη διαφθορά που γίνονται αντιληπτές στη φιλελεύθερη δημοκρατική διαδικαστικότητα. 
Σ’ αυτό το φόντο, είναι μια καθυστερημένη απάντηση στη Μεγάλη Υφεση του 2008, κυρίως από πλατιά στρώματα του εκλογικού σώματος που έχουν σταματήσει να εμπιστεύονται την αντίληψη business-as-usual, την «επίσημη» προσέγγιση της παραδοσιακής θεσμικής πολιτικής. 
Ανάμεσα σ’ αυτά τα στρώματα, ένα από τα ξεκάθαρα μαθήματα από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 είναι ότι οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι και από τις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος είναι σχετικά αδιάφοροι για τα πολιτιστικά και οικονομικά θέματα που κυρίως τους αφορούν. 
Στην περίπτωση και των δύο μεγάλων κομμάτων, αυτή η τάση ήταν πάρα πολύ εμφανής κατά τη διάρκεια της περιόδου των προκριματικών. 
Ετσι, οι Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι απέρριψαν μετ’ επιτάσεως υποψήφιους του κατεστημένου, όπως ο Τζεμπ Μπους, ο Τεντ Κρουζ και ο Μάρκο Ρούμπιο. Κάτι παρόμοιο συνέβη και στους Δημοκρατικούς, με την ισχυρή λαϊκίστικη πρόκληση προς τη Χίλαρι Κλίντον να παίρνει τη μορφή του Μπέρνι Σάντερς. 
Απ’ αυτή την άποψη, η τρομακτική νίκη του Τραμπ φωτίζει επίσης αυτό που κάποιος θα χαρακτήριζε ως κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης: μια κολοσσιαία έλλειψη εμπιστοσύνης στην ικανότητα των επαγγελματιών πολιτικών να επιλύουν τα πιο πιεστικά πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί σήμερα: δομική ανεργία και υποαπασχόληση, κοινωνική ανισότητα, ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές και το φάντασμα της τρομοκρατικής απειλής.
Οπως το έθεσε κάποτε η πολιτική φιλόσοφος Τζούντιθ Σκλαρ στο βιβλίο της «Αμερικανική υπηκοότητα», από τις απαρχές της η αμερικανική πολιτική συνίστατο στην «αναζήτηση της ένταξης». 
Ηταν πάντα μια διαδικασία όπου οι ομάδες των «απ’ έξω» πίεζαν, με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας, για ν’ αποκτήσουν πλήρη και ίσα δικαιώματα του πολίτη. 
Ωστόσο, για δεκαετίες οι λιγότερο μορφωμένοι λευκοί ψηφοφόροι, οι οποίοι εκπροσωπούν τον πυρήνα των ψηφοφόρων του Τραμπ, ήταν μάρτυρες αυτών των αγώνων- όπως στις περιπτώσεις των γυναικών, των αφροαμερικανών, της ΛΟΑΤ κοινότητας κ.λπ.- και συμπέραναν ότι για τις επιτυχίες αυτών των ομάδων πλήρωσαν το μάρμαρο οι ίδιοι. 
Παρομοίως, από τη δεκαετία του 1970, έχουμε δει την αξιοσημείωτη άνοδο των «πολιτισμικών πολιτικών»: την πάλη από μέρους περιθωριακών και υποεκπροσωπούμενων ομάδων, προκειμένου να αναγνωριστεί και να επικυρωθεί η ταυτότητά τους. Ακόμα και σ’ αυτή την περίπτωση, επίσης, η πολιτική είναι ζήτημα δούναι και λαβείν και κόστους ευκαιρίας. 
Ετσι, εάν προσεγγίσουμε το θέμα από τη σκοπιά της κεντρικής Αμερικής, αυτού που ονομάστηκε ως «Τραμποχώρα», οι θρίαμβοι αυτών των αγώνων φαίνονται επίσης να έχουν επιτευχθεί εις βάρος της ξεχασμένης αγγλικής πλειοψηφίας της Αμερικής: εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους, σωστά ή λανθασμένα, ως «πραγματικούς Αμερικανούς», και που τώρα αισθάνονται ότι έχουν μείνει πίσω πολιτιστικά και οικονομικά. 
Παρ’ όλα αυτά, μια από τις παράπλευρες συνέπειες της πρόσφατης εξάπλωσης των «πολιτικών της ταυτότητας» είναι ότι η μία ταυτότητα που φάνηκε ανεπιθύμητη ή απαξιώθηκε ανοιχτά σαν «πολιτικά μη ορθή» ήταν αυτή των λευκών αρσενικών μελών της εργατικής τάξης. 
Θεωρητικά, αυτοί θα μπορούσαν να είχαν ψηφίσει κάποιον άλλο εκτός του Τραμπ, εάν υπήρχε τέτοιο πρόσωπο. Αντίθετα, την Τρίτη ψήφισαν μαζικά υπέρ του Τραμπ, παρά τον υπερφίαλο χαρακτήρα του, στον βαθμό που μόνο ο Τραμπ τούς υποσχέθηκε ότι θα είναι η φωνή τους.
Στον απόηχο της ντροπιαστικής ήττας της Τρίτης, οι Δημοκρατικοί θα έπρεπε να καταπιαστούν όχι μόνο με μια ενδοσκόπηση, αλλά και με την παλαιού τύπου αυτομαστίγωση.
Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ εξασφάλισε τη νίκη του ξεφτιλίζοντάς τους ακριβώς σ’ εκείνες τις αποβιομηχανισμένες περιοχές που παραδοσιακά αποτελούσαν κάστρα των Δημοκρατικών: Οχάιο, Πενσιλβάνια, Μίσιγκαν. Πέτυχε έτσι κάτι που στα μάτια των ειδικών φάνταζε αδιανόητο.
Ετσι, για το Δημοκρατικό Κόμμα το τρομερό αποτέλεσμα της κάλπης σηματοδοτεί επίσης μια ηχηρή ήττα του επιτελείου του για τη στρατηγική του της δεκαετίας του 1980. 
Ηταν σε εκείνο το σημείο που οι επονομαζόμενοι «Νέοι Δημοκρατικοί» εγκατέλειψαν τον «προοδευτισμό» - και μαζί μ’ αυτόν το παραδοσιακό τους εκλογικό κοινό, την αμερικανική εργατική τάξη – προς όφελος μιας στρατηγικής που απευθυνόταν τόσο στη Δεξιά όσο και στην Αριστερά, κάτι που σήμανε ότι συχνά ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τα ιδανικά των Δημοκρατικών από τις ρεπουμπλικανικές πολιτικές και τους στόχους: για παράδειγμα, η νομοθεσία για το κράτος πρόνοιας και η απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα επί προεδρίας Κλίντον. 
Από τότε το Δημοκρατικό Κόμμα έχει αγνοήσει την αμερικανική εργατική τάξη, υποστηρίζοντας εμπορικές συμφωνίες όπως η NAFTA, οι οποίες ολοφάνερα έπλητταν τα μέλη της.
Ετσι, οι εργάτες απάντησαν σ’ αυτή την πράξη προδοσίας με τη στροφή τους προς εκείνο τον υποψήφιο που έμοιαζε να τείνει ευήκοον ους στη σοβαρή τους κατάσταση: τον Ντόναλντ Τραμπ.
Από ιστορικής απόψεως, η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει υπάρξει υπερβολικά αντιδημοφιλής και δυσφημισμένη μορφή πολιτικής διακυβέρνησης. Στις απαρχές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην ευρωπαϊκή ήπειρο υπήρχαν μόλις τρεις δημοκρατίες: Γαλλία, Ιταλία και Ολλανδία. 
Μέσα σε λίγα χρόνια από το τέλος του πολέμου, οι ελπίδες του προέδρου Γούντροου Γουίλσον να καταστήσει τον κόσμο «ασφαλή για τη δημοκρατία» είχαν λίγο πολύ εξατμιστεί.
Αντίθετα, ως αποτέλεσμα των δυσλειτουργιών της δημοκρατίας αναδύθηκε η «δικτατορία» για να γίνει η προτιμητέα μορφή πολιτικής κυριαρχίας.
Σήμερα, με την άνοδο αυταρχικών εθνικών λαϊκιστικών κυβερνήσεων στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, βρισκόμαστε σε μια παράλληλη κατάσταση – παρ’ όλες τις σημαντικές διαφορές που πρέπει να έχουμε κατά νου.
Στα μεσοπολεμικά χρόνια η απαξίωση των πολιτικών εγγυήσεων, οι οποίες αποτελούν τον ζωτικό χυμό του πολιτικού φιλελευθερισμού, κατηύθυνε πολλά ευρωπαϊκά έθνη προς την εθνολαϊκιστική δικτατορία. 
Σήμερα, ίσως είναι εύκολο να παραβλέψουμε πόσο πρόθυμα η σαδομαζοχιστική σχέση ανάμεσα στους «ηγέτες και τις «μάζες» έκανε τότε μετάσταση και μετατράπηκε σε σκληρές γεωπολιτικές αντιπαλότητες και, τελικά, σε παγκόσμιο πόλεμο σε μια αδιανόητη προηγουμένως κλίμακα.
Τόσο τότε όσο και τώρα, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του αυταρχικού εθνικού λαϊκισμού είναι η περιφρόνηση για τις μεθοδικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης και, αντίθετα, μια προτίμηση σε έναν χαρισματικό ηγέτη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι ενσωματώνει άμεσα τη «θέληση του λαού» -όπως διατυπώθηκε αυτό από τον Τραμπ στο Συνέδριο των Ρεπουμπλικανών: «Θα είμαι η φωνή σας». 
Οπως έδειξε ο Μαρκ Μαζάουερ σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του στους Financial Times («Ιδέες που εξέθρεψαν το τέρας του Φασισμού ανθίζουν σήμερα», 7 Νοεμβρίου), στις μέρες μας το σχετικό προηγούμενο δεν αφορά την απειλή του φασισμού, αλλά, αντίθετα, την απώλεια «της πίστης στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση, στα θεσμικά αντίβαρα και στις βασικές ελευθερίες». 
Με τον ίδιο τρόπο στη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930 πολλοί κατηγορούσαν τη νομοθετική εξουσία για τις συμφορές της κοινωνίας και επιθυμούσαν να δουν περισσότερες εξουσίες στα χέρια ενός και μοναδικού ηγέτη. 
Τα Κοινοβούλια «διαγράφτηκαν» σαν βιτρίνες που απλώς επικύρωναν όσα απαιτούσαν οι ελίτ και τα λόμπι που δεν λογοδοτούσαν σε κανένα. 
Τα δε πολιτικά κόμματα κινήθηκαν προς τα άκρα και αναφέρονταν το ένα για το άλλα σαν να ήταν βασικά χωρίς νομιμοποίηση. Το δικαστικό σώμα και η αστυνομία πολιτικοποιήθηκαν.
Είναι αυτή η κρίση των θεσμών που μας δίνει το πιο χτυπητό αντίστοιχο μεταξύ της Βαϊμάρης και των ΗΠΑ σήμερα.
Τα τελευταία χρόνια, τα παραδείγματα της Πολωνίας και της Ουγγαρίας έχουν δείξει την ευκολία με την οποία τα προνόμια του συνταγματισμού και της κυριαρχίας του νόμου μπορούν να ακυρωθούν από αυταρχικούς δημαγωγούς, προκειμένου να προωθήσουν την ατζέντα του εθνολαϊκιστικού σοβινισμού. 
Και στις δύο περιπτώσεις, το καθαρό αποτέλεσμα ήταν η αντικατάσταση της πολιτικής δημοκρατίας από την εθνική δημοκρατία. Ως εκ τούτου, η ισότητα ενώπιον του νόμου έχει θυσιαστεί στον βωμό των πρωτόγονων δικαιωμάτων του αίματος και του ανήκειν. 
Από την αρχή της εκστρατείας του ο Τραμπ υιοθέτησε ανεύθυνα τέτοιους οπισθοδρομικούς πολιτικούς πειρασμούς και αλληγορίες, δαιμονοποιώντας ευάλωτες ομάδες –γυναίκες, ισπανόφωνους και μουσουλμάνους– προκειμένου να υποκινήσει συναισθηματική θέρμη στην πολιτική του βάση. Κατά τραγικό τρόπο, η στρατηγική του πέτυχε.
Ποια ευθύνη έχουμε εμείς ως ακαδημαϊκά μέλη για την έκπτωση της αμερικανικής πολιτικής που βλέπουμε; Μεγάλη θα έλεγα. Εγκαταλείποντας σταθερά τους παραδοσιακούς στόχους της φιλελεύθερης εκπαίδευσης προς όφελος επαγγελματικών στόχων και δίνοντας έμφαση στον τελικό απολογισμό, έχουμε μεταδώσει στους φοιτητές μας ένα οπισθοδρομικό μήνυμα: 
«Στην υπερ-ανταγωνιστική εποχή του νεοφιλελευθερισμού, δεν υπάρχει λόγος να προσπαθείτε να μελετήσετε το όλο ή να σπαταλάτε πολύτιμο χρόνο θέτοντας θεωρητικές ερωτήσεις για το νόημα και τον σκοπό των πάντων. 
Αν κάνετε κάτι τέτοιο, δεν θα προάγετε ούτε τους στόχους της επαγγελματικής σας προόδου ούτε θα ενισχύσετε το επίπεδο της «αποζημίωσης», το οποίο οι φοιτητές δικαιούνται μετά την αποφοίτηση». 
Και επιπρόσθετα, στα περισσότερα τετραετή κολέγια και πανεπιστήμια σήμερα τέτοιες ανησυχίες καταδικάζονται σταθερά σαν χαρακτηριστικά παραδείγματα «αντιπαραγωγικής εργασίας». 
Το μήνυμα που μεταφέρουμε είναι ότι στη σημερινή οικονομία το να καλλιεργείς μια κουλτούρα κριτικής γνώσης είναι πολυτέλεια, για την οποία η ανώτατη εκπαίδευση έχει ελάχιστα περιθώρια.
Στον απόηχο του πολιτικού σεισμού της Τρίτης, του οποίου οι μετασεισμοί θα συνεχιστούν στο προβλεπτό μέλλον, καλά θα κάνουμε να θυμηθούμε τα αξιομνημόνευτα λόγια του Γερμανού αντιναζί πάστορα Μάρτιν Νίεμιλερ (1892-1984) «Πρώτα ήρθαν για τους κομμουνιστές, αλλά εγώ δεν ήμουν κομμουνιστής και έτσι δεν μίλησα. 
Μετά ήρθαν για τους σοσιαλιστές και τους συνδικαλιστές, αλλά εγώ δεν ήμουν τέτοιος και έτσι δεν μίλησα.
Υστερα ήρθαν για τους Εβραίους, αλλά εγώ δεν ήμουν Εβραίος και έτσι δεν μίλησα. Και όταν ήρθαν για μένα δεν είχε μείνει κανείς για να μιλήσει».
♦ΣΗΜ.: Το άρθρο γράφτηκε αποκλειστικά για την «Εφημερίδα των Συντακτών»
*Καθηγητής Ιστορίας και Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

Ο Τραμπ είναι το σύμπτωμα, η ασθένεια είναι άλλη...

skitso-rowe.jpg

«Καλημέρα, Αμερική»: μια καταπληκτική γελοιογραφία του Αυστραλού David Rowe, τα λέει όλα...«Καλημέρα, Αμερική»: μια καταπληκτική γελοιογραφία του Αυστραλού David Rowe, τα λέει όλα...
Για τον Τραμπ έχω γράψει –και σε τούτη δω τη στήλη γνώμης, και σε ρεπορτάζ– τα χειρότερα, εδώ και ενάμιση χρόνο, και σε αντίθεση με πολλούς πολιτικούς και δημοσιογράφους σε όλο τον κόσμο, που μετά τον απρόσμενο θρίαμβό του καταπίνουν τη γλώσσα τους και στήνονται στην ουρά για να φιλήσουν ευλαβικά το δαχτυλίδι του νέου πλανητάρχη, δεν παίρνω τίποτε πίσω.
Οπως είχε γράψει κάποια στιγμή και η Washington Post, που τώρα τα... μαζεύει, ο Τραμπ εκφράζει ό,τι χειρότερο υπάρχει στην αμερικανική κουλτούρα - τον επιθετικό ρατσισμό και την ξενοφοβία, το μισογύνικο «ματσίσμo», που βλέπει τις γυναίκες σαν τρόπαια, την αταβιστική λατρεία των όπλων και της βίας, την αποθέωση του τηλεοπτικού κιτς και του χλιδάτου ατομιστικού λαϊφστάιλ απέναντι σε κάθε ίχνος πνευματικότητας, συλλογικότητας και αλληλεγγύης.
Είναι, αν θέλετε, η προσωποποίηση του «καζίνο-καπιταλισμού»-ζόμπι, της ατομικής ευημερίας σε βάρος κάθε έννοιας κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης.
Ομως ο Τραμπ δεν κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα - το αντίθετο: Ναι μεν πήρε τελικά καμιά διακοσαριά χιλιάδες λιγότερες ψήφους από τη μοιραία Χίλαρι, σε παναμερικανικό επίπεδο, αλλά η πικρή, άβολη αλήθεια είναι πως με βάση το υπάρχον εκλογικό σύστημα κέρδισε καθαρά, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά και έχοντας απέναντί του όχι μόνο την πλειοψηφία των αμερικανικών και διεθνών ΜΜΕ, αλλά και των περισσότερων πρωτοκλασάτων στελεχών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, που έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να τον εμποδίσουν.
Απέδειξε, με άλλα λόγια, την πλήρη χρεοκοπία τού κατά Τσόμσκι «μηχανισμού κατασκευής της συναίνεσης», κινητοποιώντας με τον τσαμπουκά και τον ανοιχτά διχαστικό του λόγο εκατομμύρια ανθρώπους που αηδιάζουν και μόνο στη σκέψη της «παραδοσιακής», συστημικής πολιτικής, αλλά την Τρίτη πήγαν ομαδικά να τον ψηφίσουν, ελπίζοντας πως θα εκδικηθεί για λογαριασμό τους το σάπιο σύστημα που τους κατέστρεψε...
Δεν ξέρω τι θα κάνει στην εξωτερική πολιτική – η Αμερική δεν είναι καΐκι για να στρίψει μέσα σε μια νύχτα, είναι πυραυλοκίνητο αεροπλανοφόρο φορτωμένο τζετ και πυραύλους και διοικούμενο από μια αυτοκρατορική γραφειοκρατία και ένα δαιδαλώδες σύστημα πολιτικο-στρατο-επιχειρηματικής διαπλοκής, που έχει αποδεδειγμένα τον τρόπο του να ακυρώνει στην πράξη ακόμη και τις καλύτερες προθέσεις του πολιτικού προσωπικού της.
Κάτι μου λέει ότι κι αυτός, όπως τόσοι και τόσοι πρόεδροι πριν από αυτόν –με κορυφαίο ίσως πρόσφατο παράδειγμα τον τόσο ελπιδοφόρο, αρχικά, προκάτοχό του–, θα «καταπιεί» πολλές από τις υποσχέσεις του, ιδίως όσες πηγαίνουν κόντρα σε μόνιμες σταθερές του αμερικανικού ιμπέριουμ, όπως είναι λόγου χάρη η πρόθεσή του για απαξίωση του ΝΑΤΟ και «εγκάρδια συνεννόηση» με την πουτινική Ρωσία, και βέβαια τα περί μονομερούς εγκατάλειψης των «λεόντειων» εμπορικών συμφωνιών με τον υπόλοιπο πλανήτη, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παγκοσμιοποίησης.
Ξέρω όμως με σιγουριά, από τη μακρά πορεία του «καζινά» Τραμπ στον επιχειρηματικό στίβο, αλλά και την περσόνα του σκληρού κοινωνικού δαρβινιστή (ξέρετε, «ο πρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος είναι τίποτε») που έχτισε επί 14 χρόνια στο τιμόνι του τηλεοπτικού «Μαθητευόμενου», μια περσόνα που κυριολεκτικά τον εκτόξευσε στην εξουσία, τι σκοπεύει να κάνει εντός των αμερικανικών συνόρων.
Και αυτό είναι η πλήρης κατάργηση ακόμη και των τελευταίων εργασιακών δικαιωμάτων και κανόνων προστασίας του περιβάλλοντος, στο όνομα της μεγιστοποίησης του επιχειρηματικού κέρδους, το ακόμη αγριότερο κυνήγι των μεταναστών και των μειονοτήτων, που ήδη αναγορεύθηκαν σε «εσωτερικό εχθρό», και πρωτίστως η εξαφάνιση των ύστατων βοηθημάτων και «διχτυών ασφαλείας» για τα δεκάδες εκατομμύρια των άπορων, ανασφάλιστων, αναπόδραστα νεόπτωχων Αμερικανών, που τις τελευταίες δεκαετίες έχασαν τα σπίτια και τις δουλειές τους και ζουν χάρη στα κουπόνια τροφίμων, όντας επί της ουσίας εξόριστοι μέσα στην ίδια τους τη χώρα.
Και επειδή τα ξέρω καλά όλα αυτά, αρνούμαι να «πέσω από τα σύννεφα» και να αποδώσω την επικράτηση Τραμπ σε κάποια ξαφνική «στροφή» των Αμερικανών ψηφοφόρων προς τον λαϊκισμό και τον σκοταδισμό, ούτε βέβαια να ενστερνιστώ τους φόβους πολλών αριστερών και «αριστερών» οργανικών διανοουμένων, για δήθεν «μετάσταση» των ακροδεξιών μηνυμάτων του στην Ευρώπη.
Και ο λόγος είναι πως δεν χρειάζεται καμιά μετάσταση, αφού τα υπόγεια ρεύματα μισαλλοδοξίας και οργής που στέλνουν σήμερα τον γραβατωμένο ακροδεξιό Τραμπ-ούκο της ιστορίας μας απ’ το Μανχάταν στην Ουάσινγκτον δεν είναι ούτε καινούργια ούτε αμιγώς αμερικανικά.
Είναι τα ίδια δυσώδη ρεύματα που βλέπουμε γύρω μας παντού στην Ευρώπη: τα ίδια ρεύματα που επέβαλαν τον μπερλουσκονισμό στην Ιταλία, που έχουν φέρει τη Μαρίν Λεπέν να προηγείται στην προεδρική κούρσα της Γαλλίας, που επιτρέπουν στον Πούτιν και τον Ερντογάν να κυβερνούν σαν δημοκρατικοί δικτάτορες και που στρέφουν -για να μην ξεχνιόμαστε- εκατοντάδες χιλιάδες «Ελληναράδες» συμπολίτες μας στην αγκαλιά της Χρυσής Αυγής.
Ο Τραμπ είναι το τοπικό σύμπτωμα κι όχι η παγκόσμια ασθένεια, που είναι η υποβάθμιση της ανθρώπινης εργασίας και αξιοπρέπειας λόγω της υπερεθνικής νεοφιλελεύθερης ατζέντας και της χωρίς όρια παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου, αλλά και της δίκοπης τεχνολογικής «προόδου», που καθιστά δευτερεύοντα τον ανθρώπινο παράγοντα και απαξιώνει την ανάγκη για στοιχειώδη έστω κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή.
Η σπουδαία Χάνα Αρεντ έχει περιγράψει καλύτερα από τον καθένα πως η πραγματική αιτία για το μεγαλύτερο κακό στην ιστορία της ανθρωπότητας, δηλαδή τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ολοκαύτωμα με τα 50-70 εκατομμύρια νεκρούς, δεν ήταν η άνοδος του Χίτλερ, αλλά ο βαθμός στον οποίο ο γερμανικός λαός «προετοιμάστηκε» ψυχολογικά μέσα από την ήττα των Βερσαλιών και τη Μεγάλη Υφεση του 1929 να αποδεχτεί και να υπηρετήσει το μισαλλόδοξο, απάνθρωπο όραμα του πρώην δεκανέα από το Λιντς.
Αυτή την «κοινοτοπία του κακού» είναι που φοβάμαι περισσότερο - και αυτός ο φόβος ομολογώ πως δεν θα ήταν μικρότερος, αν την Τρίτη είχε εκλεγεί η «γερακίνα» Κλίντον...
Από την ΕφΣυν

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Γράμμα προς τον Τραμπ

https://secure.avaaz.org/campaign/el/president_trump_letter_loc/

Σε επίπεδα-ρεκόρ τα φορολογικά βάρη που σηκώνουν οι Έλληνες

Σύμφωνα με στοιχεία της Κομισιόν - Νέες επιβαρύνσεις από τον Ιανουάριο
Σε επίπεδα-ρεκόρ τα φορολογικά βάρη που σηκώνουν οι Έλληνες
Κοινή χρήση
εκτύπωση  
Αθήνα 
Απίστευτα φορολογικά βάρη σηκώνουν οι Έλληνες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν που αποτυπώνονται σε πίνακες που συνοδεύουν τις φθινοπωρινές εκτιμήσεις της, οι φοροεπιβαρύνσεις έχουν φθάσει τα 65,7 δισ. από 64 δισ. το 2015.

Τα στοιχεία αυτά, αποκαλύπτουν ότι το φορολογικό βάρος αυξήθηκε φέτος στο 37,6% του ΑΕΠ, από το 36,4% του ΑΕΠ που ήταν το 2015 και το 35,5% του ΑΕΠ το 2014.
Από το επόμενο έτος ξεκινά η αποκλιμάκωση των φορολογικών βαρών τα οποία ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνονται οριακά στο 37,5% του ΑΕΠ το 2017 και στο 36,8% του ΑΕΠ τα έτη 2017 και 2018.
Η μείωση αυτή, συνδέεται με την αύξηση του ΑΕΠ την επόμενη διετία κατά 3,6% το 2017 και κατά 4,3% το 2018.
Έως τότε όμως, νέο κύμα φόρων έρχεται από τον Ιανουάριο:
  • καύσιμα: Από την 1η Ιανουαρίου 2017 ο ΕΦΚ στη βενζίνη θα αυξηθεί κατά 3 λεπτά το λίτρο, από τα 0,67 στα 0,7 ευρώ το λίτρο, ενώ στο πετρέλαιο κίνησης θα αυξηθεί κατά 8 λεπτά το λίτρο, από τα 0,33 στα 0,41 ευρώ το λίτρο. Ο ΕΦΚ στο υγραέριο κίνησης θα αυξηθεί κατά 10 λεπτά το λίτρο, από τα 0,33 στα 0,43 ευρώ το λίτρο.
  • τσιγάρα: Αυξάνονται από την 1η Ιανουαρίου 2017 οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα τσιγάρα και τα λοιπά προϊόντα καπνού. Ο πάγιος φόρος κατανάλωσης που επιβαρύνει τον λεπτοκομμένο καπνό θα αυξηθεί από τα 156,70 στα 170 ευρώ ανά κιλό. Ο αναλογικός φόρος θα αυξηθεί από 20% στο 26% της λιανικής τιμής πώλησης.
  • ηλεκτρονικά τσιγάρα: Από την 1η Ιανουαρίου 2017 θα επιβληθεί ειδικός φόρος κατανάλωσης στα υγρά που χρησιμοποιούνται στα ηλεκτρονικά τσιγάρα: Το ύψος του φόρου θα είναι 10 λεπτά ανά ml υγρού.
  • καφές: Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στον εισαγόμενο και εγχωρίως παραγόμενο καφέ. Ειδικότερα από την 1η-1-2017 θα επιβληθεί ΕΦΚ στην εισαγωγή και στην εγχώρια παραγωγή καφέ, με συντελεστές από 2 έως 3 ευρώ ανά κιλό στον καβουρντισμένο καφέ και με συντελεστή 4 ευρώ ανά κιλό στον στιγμιαίο καφέ και στα παρασκευάσματα από εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα του καφέ.
  • σταθερή τηλεφωνία: Νέο φορολογικό τέλος 5% σε κάθε μηνιαίο ή διμηνιαίο λογαριασμό τηλεπικοινωνιακών τελών σταθερής τηλεφωνίας. Το νέο αυτό τέλος θα επιβάλλεται από την 1η Ιανουαρίου 2017 επί των καθαρών (προ ΦΠΑ) τηλεπικοινωνιακών τελών κάθε μηνιαίου ή διμηνιαίου λογαριασμού. Επί του νέου αυτού τέλους θα επιβάλλεται εν συνεχεία ο ΦΠΑ με συντελεστή 24%.
  • ΦΠΑ στα νησιά: Στο τέλος του έτους, καταργείται η έκπτωση 30% του ΦΠΑ που έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα σε ορισμένα νησιά.
  • Από το Βήμα

Ντόναλντ Τραμπ: Ο εφιάλτης έλαβε σάρκα και οστά

Το άρθρο

10:17 | 11 Νοε. 2016
Λωράν Ζοφρέν
Ο εφιάλτης έλαβε σάρκα και οστά. Ο τρόμος δεν καταλαγιάζει. Τι; Ένας υποψήφιος τόσο σκληρός, τόσο απρόβλεπτος, τόσο δημοκόπος, μόλις αναρριχήθηκε στο ύπατο αξίωμα της πιο ισχυρής δημοκρατίας του κόσμου! 
Και θα μπορούσε να εφαρμόσει τα εξωφρενικά μέτρα που αποτέλεσαν το κεντρικό του σύνθημα, όπως η νομιμοποίηση των βασανιστηρίων, η απέλαση έντεκα εκατομμυρίων ανθρώπων ή ακόμη η περίφραξη πλέον των χιλίων χιλιομέτρων μεθοριακής γραμμής με ένα τείχος από μπετόν! 
Και τούτο σε μια χώρα, της οποίας ο ακοίμητος συμβολικός φρουρός είναι το άγαλμα της Ελευθερίας! Είναι βέβαιο; Είναι πιθανόν; Οπωσδήποτε, το αμερικανικό Σύνταγμα θα απαγορεύσει, εν μέρει, την εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος και ο Ντόναλντ Τραμπ, αφ’ής στιγμής εγκατασταθεί στο Οβάλ γραφείο, θα αισθανθεί αναγκασμένος να σεβαστεί μερικές από τις παραδόσεις ελευθερίας που αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της αμερικανικής ιστορίας. Το άγχος όμως ξαναγεννιέται, αμέσως μόλις θυμηθούμε ότι θα έχει την δικαιοδοσία να ορίσει τους δικαστές της επιλογής του στο Ανώτατο Δικαστήριο. 
Μετά την αρχική κατάπληξη, θέση έχει ο προβληματισμός... Τα στοιχειώδη αυτά συναισθήματα δεν πρέπει ωστόσο να μας στερήσουν μια ελάχιστη ευθυκρισία έναντι αυτού του καταστροφικού αποτελέσματος. Κι όπως λένε οι Αμερικανοί: What went wrong? («τι πήγε στραβά;») Το προϊόν της κάλπης έδειξε ότι ευθύνεται τόσο η αποστράτευση ενός μέρους του εκλογικού σώματος που πρόσκειτο στον Μπαράκ Ομπάμα, όσο και η έξαρση της «λευκής Αμερικής», για την κατατρόπωση της Χίλαρι Κλίντον. 
Η άκρως κλασική υποψηφιότητά της που συνδέεται με την καθεστηκυία τάξη, ως συνέχιση μιας σχεδόν φυλετικής εξουσίας, έπαιξε κάποιον ρόλο. Επειδή όμως η υποχώρηση των προοδευτικών μπροστά στην άνοδο ενός επιθετικού εθνικισμού παρατηρείται παντού, από την Ουγγαρία μέχρι την Μεγάλη Βρετανία, περνώντας από την Ιταλία, την Πολωνία, την Σκανδιναβία... ή την Γαλλία, διαισθάνεται κανείς ότι υπάρχει κάτι βαθύτερο. Όπως φαίνεται, το Δημοκρατικό κόμμα, όπως και η αριστερά σε πολλές χώρες, δεν μπόρεσε να απαντήσει στον φόβο και την οργή αναφορικά με δύο ζητήματα. 
Ο φόβος της απώλειας της κοινωνικής θέσης και της έκπτωσης, που πλήττει μια μεγάλη μερίδα των μεσαίων και λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων, είχε ολοσχερώς υποτιμηθεί από τις παγκόσμιες ελίτ, πλήρως απασχολημένες καθώς ήταν, με το να εξυμνούν την φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση της οποίας είναι οι κατ’ εξοχήν ωφελούμενοι. Η διείσδυση του Ντόναλντ Τραμπ είναι πιο εμφανής στις βιομηχανοποιημένες Πολιτείες της λεγόμενης Rust Belt, όπου υφίσταται μια κατηγορία μισθωτών της οποία η ίδια η κοινωνική υπόσταση απειλείται. Ο Τραμπ, με ασυνήθιστη οξυδέρκεια, προτείνει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ανανέωσης των δημοσίων υποδομών. Το είχε διακηρύξει κανείς πριν από εκείνον; Και στην Ευρώπη, προς τι όλες αυτές οι φθοροποιές καθυστερήσεις και η αναποφασιστικότητα γύρω από τα προγράμματα εσωτερικής ανάκαμψης, που αποτελούν πάγια και διαρκή απαίτηση της Γαλλίας και αρκετών άλλων χωρών; Κάποτε έπρεπε να καταβληθεί το τίμημα για την λιτότητα που επιβλήθηκε στους λαούς και όχι στους ηγέτες τους, για την συγκέντρωση του πλούτου στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Η στιγμή αυτή έφτασε τώρα. 
Θεωρητικά, η αριστερά έπρεπε να βγει ωφελημένη από μια τέτοια διαμαρτυρία κόντρα στην ανισότητα. Εδώ λοιπόν, είναι που περιπλέκονται τα πράγματα. Ένας δεύτερος φόβος ήρθε να διαρρήξει τον παραδοσιακό δεσμό των λαϊκών τάξεων με τους προοδευτικούς: ο φόβος της κρίσης ταυτότητας. Διότι αιχμή του δόρατος του «τραμπισμού» είναι η «λευκή Αμερική».
Η απόρριψη της παγκοσμιοποίησης μετατρέπεται σχεδόν παντού σε φόβο του αγνώστου, σε αίτημα περιχαράκωσης, σε ξενοφοβία. Η αριστερά δεν κατάφερε να αντιπαραθέσει σε αυτήν την αναζήτηση ταυτότητας ένα σχέδιο με προοπτική, εφικτές αξίες, ισχυρά σύμβολα.
Μπροστά στο δεινό του εθνικισμού, το όνειρό της ξεθώριασε. Ο εφιάλτης δεν έχει τελειώσει.
Πηγή: Liberation
Μετάφραση - Επιμέλεια: Γεωργία Πρωτογέρου

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Μόνη εξήγηση για τη νίκη του Τραμπ, η επιθυμία να τιναχτεί στον αέρα όλο το σύστημα

14:02 | 10 Νοε. 2016
Τελευταία ανανέωση 14:02 | 10 Νοε. 2016
Κρις Σιλίζα
Ας το σκεφτούμε για ένα λεπτό.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ένας άνθρωπος που δεν ήταν ποτέ στο παρελθόν υποψήφιος για οποιοδήποτε αξίωμα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, που έγινε γνωστός σε εθνικό επίπεδο ως ένας προκλητικός δισεκατομμυριούχος που έγινε σταρ της τηλεόρασης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, που έκτισε την προεκλογική του εκστρατεία πάνω στην υπόσχεση ότι θα κατασκευάσει ένα τείχος κατά μήκος των νοτίων συνόρων μας και θα βάλει τους Μεξικανούς να το πληρώσουν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, που μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι και το Σαν Μπερναρντίνο πρότεινε να απαγορευτεί για ένα διάστημα η είσοδος των Μουσουλμάνων στη χώρα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στις τελευταίες εβδομάδες της προεκλογικής εκστρατείας κατηγορήθηκε από πολλές γυναίκες για σεξουαλική παρενόχληση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, που σε αυτή την εκστρατεία είπε και έκανε χίλια πράγματα που θα είχαν κάνει οποιονδήποτε άλλο υποψήφιο να χάσει τη μάχη.
Ναι, αυτός ο Ντόναλντ Τραμπ θα είναι ο ισχυρότερος άνθρωπος στις Ηνωμένες Πολιτείες - και ίσως στον κόσμο - τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Αυτό που έκανε ο Ντόναλντ Τραμπ είναι συγκλονιστικό. Αναμόρφωσε θεμελιωδώς τον πολιτικό χάρτη. Εκανε κομμάτια το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα - και τα κομμάτια αυτά παραμένουν σκορπισμένα παντού. Απέδειξε ότι η βιομηχανία των δημοσκοπήσεων και των συμβούλων πρέπει να επανεξεταστεί ριζικά.
Περισσότερο απ' όλα αυτά, όμως, η νίκη του Τραμπ αποκαλύπτει ότι πολλές από τις υποθέσεις που έκαναν ανέκαθεν οι πολίτες για το ποιοι είμαστε ως χώρα και τι θέλουμε από τους πολιτικούς μας, το πολιτικό μας σύστημα, καθώς και ο ένας από τον άλλο, είναι απλώς λανθασμένες.
Η υποψηφιότητα του Τραμπ στηρίχθηκε στην ιδέα ότι όλοι - πολιτικοί, δημοσιογράφοι, εταιρείες - σου λένε ψέματα, και σου λένε ψέματα για να προστατεύσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ηταν η εκστρατεία του Χόλντεν Κόλφιλντ: όλοι, με εξαίρεση τον Τραμπ και τους οπαδούς του, είναι ψεύτικοι.
Με λίγα λόγια, ο Τραμπ εκμεταλλεύτηκε άριστα την αποξένωση και το άγχος που αισθάνονται όλοι οι Αμερικανοί. Παγκοσμιοποίηση, μετανάστευση, ένα αυξανόμενο χάσμα μεταξύ των εχόντων και των μη εχόντων, η απόρριψη της πολιτικής ευπρέπειας σε όλες τις μορφές της. Η κυρίαρχη αίσθηση ότι τα πράγματα είναι τόσο άσχημα, που η μόνη επιλογή που απομένει είναι να αλλάξουν όλα ριζικά.
Σκεφτείτε μόνο αυτό: μόλις το 38% των ερωτηθέντων σε μια δημοσκόπηση απάντησε ότι ο Τραμπ είναι κατάλληλος για πρόεδρος (για την Κλίντον το ποσοστό ήταν 52%). Κι όμως, ο άνθρωπος αυτός κέρδισε τα κλειδιά του Λευκού Οίκου.
Αυτό το πράγμα μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την επιθυμία να τιναχτεί στον αέρα όλο το σύστημα. Και δεν εννοώ μόνο το πολιτικό σύστημα. Εννοώ κάθε ελίτ και κάθε θεσμός - με τα μέσα ενημέρωσης στις πρώτες θέσεις. Ο Τραμπ είναι το συλλογικό «δάκτυλο» που ύψωσαν όλοι εκείνοι που πιστεύουν ότι οι ελίτ τους εξαπάτησαν και τους εγκατέλειψαν. Είναι η εκδίκηση του μέσου ανθρώπου, που γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή αν σκεφτεί κανείς ότι το κανάλι μέσω του οποίου διοχετεύεται αυτή η οργή είναι ένας δισεκατομμυριούχος που λέει σε όποιον ρωτάει πόσο έξυπνος και πλούσιος είναι.
Το γιατί νίκησε ο Τραμπ μπορεί λοιπόν να αναλυθεί και να κατανοηθεί. Το τι θα κάνει ως πρόεδρος είναι ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα.
Οι πολιτικές θέσεις του Τραμπ είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αόριστες. Η μόνη συνεπής θέση που είχε σε όλη του τη ζωή αφορά το εμπόριο, όπου είχε πάντα μια προστατευτική προσέγγιση και δυσπιστούσε για εμπορικές συμφωνίες όπως η NAFTA και η Συμφωνία του Ειρηνικού. Η στάση του για τη μετανάστευση και το τείχος κατά μήκος των συνόρων με το Μεξικό είναι εμφανώς υπερβολική. Τα σχέδιά του για τους φόρους, για την παιδεία, για την ενέργεια, αποτελούν περισσότερο ιδέες παρά συγκεκριμένες προτάσεις.
Ποια είναι η σχέση του με τις πλειοψηφίες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στο Κονγκρέσο; Ο Τραμπ έκανε μια προεκλογική εκστρατεία κατά του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου, το οποίο κατηγόρησε ότι δεν καταλαβαίνει τις αλλαγές που γίνονται όχι μόνο στο κόμμα, αλλά σε ολόκληρη τη χώρα. Τι θα συμβεί τώρα; Οι ηγέτες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος θα αναγκαστούν να τον προσεγγίσουν - αλλά εκείνος θα τους δεχθεί στο νέο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που ονειρεύεται;
Και τι θα γίνει με το Δημοκρατικό Κόμμα; Η Χίλαρι Κλίντον ξεκίνησε φέτος την εκστρατεία της ως ο ισχυρότερος μη απερχόμενος υποψήφιος στην ιστορία της σύγχρονης πολιτικής. Τι σημαίνει η ήττα της για το κόμμα;
Και τι σημαίνει επίσης για τις αγορές, που κατέρρευσαν όταν διαφάνηκε η νίκη του Τραμπ; Πώς θα διαμορφωθεί η σχέση μας με τους εταίρους μας;
Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που προκαλεί η νίκη του Τραμπ. Και πολλά ακόμη που δεν μπορώ να σκεφτώ.
Αυτό που ξέρω είναι ότι η νίκη του Τραμπ αποτελεί την εντυπωσιακότερη πολιτική εξέλιξη που έχω ζήσει. Είναι σαν να πετάς ένα ψυγείο - ή ίσως δέκα ψυγεία - σε μια μικρή λίμνη. Θα σηκωθούν τεράστια κύματα. Αλλά θα υπάρξουν και 1000 ακόμη μικρότερα κύματα που δεν βλέπουμε σήμερα - ή που δεν υπάρχουν καν σήμερα.
Μιλάμε για έναν πραγματικό κατακλυσμό.

(*) Ο Κρις Σιλίζα είναι αρθρογράφος της Washington Post
Από την Washington Post via ΑΠΕ - ΜΠΕ
Απο το tvxs

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

«Η άγνωστη χώρα μας»: Ο Πολ Κρούγκμαν δεν μπορεί να πιστέψει τη νίκη Τραμπ

«Είναι η Αμερική αποτυχημένο έθνος;»
«Η άγνωστη χώρα μας»: Ο Πολ Κρούγκμαν δεν μπορεί να πιστέψει τη νίκη Τραμπ
Κοινή χρήση5
εκτύπωση  

«Άνθρωποι σαν και εμένα και πιθανόν και οι περισσότεροι αναγνώστες των The New York Times πραγματικά δεν καταλαβαίνουν τη χώρα στην οποία ζούμε». Αυτή ήταν η πρώτη αντίδραση του αμερικανού οικονομολόγου Πολ Κρούγκμαν, καθώς ο εκλογικός χάρτης των Ηνωμένων Πολιτειών βαφόταν κόκκινος και ο Ντόναλντ Τραμπ ετοιμαζόταν να θριαμβεύσει τη νίκη του.

«Πιστεύαμε ότι οι συμπολίτες μας στο τέλος δεν θα ψήφιζαν υπέρ ενός υποψηφίου που δεν έχει τα προσόντα για μία τόσο καίρια θέση, με ταμπεραμέντο ανθρώπου διανοητικά ανισόρροπου, τόσο τρομακτικού σχεδόν γελοίου. Πιστεύαμε ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών αξιολογούν τους δημοκρατικούς κανόνες και το κράτος δικαίου», τονίζει ο Κρούγκμαν για να προσθέσει ευθύς αμέσως ότι «όπως αποδείχτηκε κάναμε λάθος».

«Ένας σημαντικός αριθμός Αμερικανών, λευκών που ζουν κυρίως σε αγροτικές περιοχές, δεν συμμερίζονται την ιδέα για το τι πραγματικά είναι η Αμερική. Για αυτούς όλα έχουν να κάνουν με το αίμα και τη γη, για την παραδοσιακή πατριαρχία και τη φυλετική ιεραρχία. Υπάρχουν βέβαια και άλλοι που ενδεχομένως να μην συμμερίζονται αυτές τις αντιδημοκρατικές αξίες αλλά που δεν θα ψήφιζαν οτιδήποτε δεν φέρει τη ταμπέλα των Ρεπουμπλικανών», σχολιάζει ο αμερικανός οικονομολόγος εμφανώς μουδιασμένος από το εκλογικό αποτέλεσμα.

«Δεν ξέρω πως θα συνεχίσουμε από εδώ και πέρα. Είναι η Αμερική ένα αποτυχημένο έθνος και μία αποτυχημένη κοινωνία; Φαίνεται πραγματικά πιθανό. Υποθέτω ότι πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να συνεχίσουμε, παρά την τρομακτική νύχτα αποκαλύψεων που βιώσαμε» καταλήγει.
Από το Βήμα

Mε τον Τραμπ, το τείχος του Βερολίνου παίρνει την εκδίκησή του. Του Στ. Κούλογλου

Tvxs Άρθρο

11:25 | 09 Νοε. 2016
Τελευταία ανανέωση 12:22 | 09 Νοε. 2016
Στέλιος Κούλογλου
Εικοσιεπτά χρόνια πριν, στις 9 Νοεμβρίου του 1989, έπεφτε το τείχος του Βερολίνουεγκαινιάζοντας μια νέα περίοδο της ιστορίας: χωρίς το αντίπαλο δέος του κομμουνισμού, που παρά τα τεράστια δικά του προβλήματα ανάγκαζε τον καπιταλισμό να παρουσιάζεται στη Δύση με ανθρώπινο πρόσωπο, ένα νέο καθεστώς επιβλήθηκε σε όλο το πλανήτη: το καθεστώς μιας παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας, με το 1% του πληθυσμού να γίνεται πλουσιότερο και το 99% φτωχότερο.
Οι ΗΠΑ υπήρξαν πρωτοπόρες και σε αυτόν το τομέα, οδηγώντας στη φτώχεια μεγάλα τμήματα της μεσαίας, λευκής αστικής τάξης που ζει στη «βαθιά» Αμερική. Πρόκειται για τους λευκούς χωρίς πανεπιστημιακό δίπλωμα, που χάνουν την δουλειά τους επειδή κλείνουν τα εργοστάσια, ζουν συχνά σε τροχόσπιτα και στους οποίους το προσδόκιμο ζωής είναι 14 χρόνια μικρότερο (67,5) από αυτό των λευκών με δίπλωμα (80,4) οι οποίοι είναι περισσότερο συγκεντρωμένοι στην Ανατολική ή τη Δυτική Ακτή και αποτελούν την εκλογική βάση του Δημοκρατικού Κόμματος.
Αυτά τα χαρακτηριστικά νούμερα της απόγνωσης για το προσδόκιμο ζωής είναι που εξηγούν πώς είναι δυνατόν στην ισχυρότερη οικονομικά δύναμη του πλανήτη να εκλέγεται ένας άνθρωπος τόσο αποκρουστικός. Σε αυτήν την κατηγορία των ψηφοφόρων που τρέμουν για το μέλλον τους ο Τραμπ απευθύνθηκε με μηνύματα φόβου για τους μετανάστες ή την παγκοσμιοποίηση: «οι πολιτικοί μας», δήλωνε, «προώθησαν με πείσμα μια πολιτική παγκοσμιοποίησης που πλούτισε την οικονομική ελίτ η οποία χρηματοδοτεί τις εκστρατείες τους. Ενώ εκατομμύρια Αμερικανοί εργάτες δεν πήραν ως αντάλλαγμα παρά τη μιζέρια». 
Συγχρόνως, αυτή η ολιγαρχία του 1% καθυπόταξε το πολιτικό σύστημα διαφθείροντας και το Δημοκρατικό Κόμμα, του οποίου η δεξιά στροφή άρχισε τρία χρόνια μετά τη πτώση του τείχους, με την εκλογή - ιστορική σύμπτωση - του Μπιλ Κλίντον, το 1992. Είναι η ηγεσία αυτού του κόμματος που με βρώμικα κόλπα έδωσε το χρίσμα στη Χίλαρι Κλίντον στις φετινές εκλογές παραμερίζοντας τον Σάντερς, τον μοναδικό δημοκρατικό υποψήφιο που θα μπορούσε να κερδίσει άνετα τον Τραμπ.
Στην κλυδωνιζόμενη αμερικανική αυτοκρατορία ο Τραμπ κατάφερε να παραμερίσει μια μετά την άλλη τις πολιτικές δυναστείες, είτε λέγονται Μπους, είτε Κλίντον: πρώτα κερδίζοντας τον αδελφό Μπους στις εκλογές για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων κι ύστερα συντρίβοντας μια γυναίκα που προσωποποιούσε την διαφθορά και τον κυνισμό της ελίτ και του πολιτικού κατεστημένου. Το τελευταίο, είτε δημοκρατικό, είτε ρεπουμπλικανικό υπέστη σήμερα μια ήττα ιστορικών διαστάσεων.
Η εκλογή του Τραμπ είναι ακριβώς η αντίδραση σε αυτό το φθαρμένο, ολιγαρχικό σύστημα που για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο επιφυλάσσει στις νεότερες γενιές χειρότερες μέρες από τις προηγούμενες. Την οποία όμως αντίδραση εισπράττει η δημαγωγική ακροδεξιά και όχι η αριστερά, με την εξαίρεση του νότου της Ευρώπης που έχει διαφορετικές, πρόσφατες ιστορικές εμπειρίες. Η νίκη του Τραμπ ασφαλώς θα ενισχύσει τις ακροδεξιές τάσεις σε όλη την Ευρώπη, πυροδοτώντας νέους οικονομικούς τριγμούς που δυστυχώς θα πλήξουν τις πιο ευάλωτες χώρες όπως η Ελλάδα.
Ολόκληρη η ανθρωπότητα μπαίνει σε μια περίοδο αστάθειας, καθώς κανείς δεν ξέρει ποιές από τις προεκλογικές του εξαγγελίες θα υλοποιήσει ο νέος πλανητάρχης. Μια από αυτές είναι το χτίσιμο ενός τείχους μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού. Ακριβώς 27 χρόνια μετά τη πτώση του τείχους του Βερολίνου…