Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Η χαμένη ευκαιρία για το ελληνικό χρέος

Από τον Νοέμβριο του 2012 μέχρι και σήμερα, η Ελλάδα «κοιμάται και ξυπνάει» με την προσμονή μιας νέας ελάφρυνσης χρέους. Η προηγούμενη κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει στην κοινή γνώμη ζωντανή την ελπίδα ότι η οριστική «λύση» στη βιωσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους επρόκειτο να επέλθει μετά τις γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2013.
Αφότου όμως αυτές παρήλθαν, η προσμονή μετατέθηκε για αργότερα και συγκεκριμένα μετά τις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014. Οι ευρωεκλογές παρήλθαν επίσης και μέχρι λίγο πριν πέσει από την εξουσία η προηγούμενη δικομματική κυβέρνηση καλλιεργούσε την προσδοκία ότι η νέα απομείωση χρέους θα λάμβανε χώρα το αργότερο μέχρι το φθινόπωρο του 2014.
Τα όσα συνέβησαν στα τέλη του 2012 με το για πρώτη φορά δημόσιο μπρα ντε φερ μεταξύ ΔΝΤ και Ευρώπης με σημείο αιχμής τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους ήταν το αποκορύφωμα αλλά όχι ο τερματισμός της κρίσης που εξακολουθεί μέχρι σήμερα -τρία χρόνια μετά- να σοβεί στις σχέσεις τους.
Οσο αυτή η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών των δανειστών μαίνεται, η τότε κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη υποβαθμίζει την πολιτική διάσταση του προβλήματος, σαν να προσποιείται ότι δεν την αφορά.
Ακολουθεί την τακτική τού «δεν ακούω, δεν βλέπω, δεν μιλάω», προσδίδοντας την ίδια στιγμή στην εκάστοτε εκταμίευση δόσης προς την Ελλάδα χαρακτηριστικά «εθνικού οράματος» και συνοδεύοντάς την με μεγαλόστομες υποσχέσεις για δήθεν επιστροφή της ρευστότητας στην ελληνική οικονομία.
Η τότε ελληνική κυβέρνηση αναλώνεται στη βραχυπρόθεσμη επικοινωνιακή διαχείριση με μοναδικό αποδέκτη την κοινή γνώμη στο εσωτερικό της χώρας. Οπως η κυβέρνηση Παπανδρέου στις αρχές του 2010 αφήνει τους Ευρωπαίους να αποφασίσουν για την τύχη της χώρας μας, με το άλλοθι ότι «αυτοί έχουν το πάνω χέρι απέναντι σε μια ευάλωτη διαπραγματευτικά Ελλάδα», έτσι και η τρικομματική κυβέρνηση το 2012 εκχωρεί συνειδητά στους δανειστές μας λευκή επιταγή για την υπόθεση του χρέους, χρησιμοποιώντας ένα αντίστοιχο άλλοθι.
Η τρικομματική κυβέρνηση στην Ελλάδα το 2012 δεν αφήνει καμία αμφιβολία στους Ευρωπαίους ότι θα «καταπιεί αμάσητη» κάθε απόφαση που θα της σερβίρουν ως δήθεν λύση για το χρέος. Ποντάρει στην πρόβλεψη ότι καμία πλευρά -ούτε της Ευρώπης ούτε του ΔΝΤ- δεν τη συμφέρει οι διαπραγματεύσεις να οδηγηθούν σε ολοκληρωτική κατάρρευση με εφιαλτικές συνέπειες για την ευρωζώνη και ότι με τη μία ή την άλλη «λύση», κατάληξη θα υπάρξει.
Το αν αυτή η κατάληξη θα σήμαινε και την εξεύρεση μιας συμβιβαστικής φόρμουλας χωρίς να συνιστά βιώσιμη λύση για την Ελλάδα και τη μετάθεση στο απώτερο μέλλον του ακανθώδους προβλήματος του χρέους -όπως τελικά και έγινε- είναι κάτι που δεν φάνηκε να την απασχολεί επί της ουσίας.
Σε ρόλο κομπάρσου
Ομως ο ρόλος κομπάρσου που επιφυλάσσει για τον εαυτό της, και κατ’ επέκταση για τη χώρα, στο σκηνικό που έχει διαμορφωθεί στα τέλη του 2012, με την ανοιχτή σύγκρουση ΔΝΤ-Ευρώπης για το ελληνικό χρέος, δεν σημαίνει ότι η στάση της συνεπάγεται την ουδετερότητα από την οποία εμφορείται φαινομενικά.
Η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη παρακολουθεί άλαλη τις διαπραγματεύσεις των δανειστών μας για το χρέος, όμως με την εύγλωττη σιωπή της υποδηλώνει τη σύμπλευσή της με τη βάρκα των Ευρωπαίων -και ειδικότερα της Γερμανίας- και όχι του ΔΝΤ, παρότι η επίσημη θέση του τελευταίου για την ανάγκη ενός γενναίου κουρέματος των ευρωπαϊκών δανείων προς την Ελλάδα θα απέβαινε σίγουρα προς όφελος του εθνικού συμφέροντος.
Το επόμενο πρωί της συμφωνίας της 27ης Νοεμβρίου 2012 για τη νέα ελάφρυνση του ελληνικού χρέους βρίσκει την ελληνική κυβέρνηση και τη συντριπτική πλειονότητα των εκπροσώπων του μιντιακού κατεστημένου στη χώρα μας να πανηγυρίζουν και πάλι.
Ετούτη τη φορά επειδή η Ελλάδα συναινεί στη σχιζοφρενική αντίληψη διαχείρισης του χρέους και στα μέτρα-ασπιρίνες των Ευρωπαίων για την επίτευξη μιας υποτιθέμενης βιωσιμότητάς του.
Η κυβέρνηση δηλώνει ικανοποιημένη παρότι φεύγει από το ιστορικό Eurogroup της 26ης Νοεμβρίου χωρίς να έχει στα χέρια της βιώσιμη λύση για το πρόβλημα του ελληνικού χρέους. Εκείνη η συμφωνία συνιστά έναν νέο μοχλό πίεσης και ενίοτε εκβιασμού των Ευρωπαίων ώστε η ελληνική πλευρά να επιδεικνύει «πειθαρχία», με αντάλλαγμα νέα μέτρα απομείωσης του χρέους στο μέλλον, και ταυτοχρόνως σηματοδοτεί ακόμα μία υπαναχώρηση του ΔΝΤ έναντι της Ευρώπης, με την Κριστίν Λαγκάρντ να τη συνυπογράφει χωρίς καμία «δικλίδα ασφαλείας» που να προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη θα συνεχίσει να προβαίνει σε μέτρα απομείωσης του ελληνικού χρέους.
Η Λαγκάρντ, ως αντίβαρο στην υποχώρηση που κάνει τότε το ΔΝΤ έναντι της Ευρώπης, λαμβάνει μόνο λεκτικές ευρωπαϊκές εγγυήσεις ότι «οι Ευρωπαίοι θα συνεχίσουν να λαμβάνουν επιπλέον μέτρα με στόχο την απομείωση του ελληνικού χρέους».
Εγγυήσεις η αξιοπιστία των οποίων έκτοτε -κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών ετών- τελεί διαρκώς υπό αίρεση. Κατά τη διάρκεια συζήτησής μας στις αρχές του 2013, ο Πολ Τόμσεν παραδέχεται ότι το ΔΝΤ δεν έχει λάβει καμία δέσμευση από τους Ευρωπαίους «για το πότε και το πώς θα ελαφρύνουν ξανά το ελληνικό χρέος. Ξέρουμε όμως ότι θα χρειαστεί και νέα ελάφρυνση».
Το γεγονός ότι τρία χρόνια μετά, ο φόβος νέου εκτροχιασμού του ελληνικού χρέους παραμένει κεντρική προβληματική παράμετρος στη διαχείριση της κρίσης στη χώρα μας επιβεβαιώνει εκ νέου τον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα με τον οποίο οι Ευρωπαίοι τα τελευταία τέσσερα χρόνια χαράσσουν την πολιτική τους στην Ελλάδα, καθώς και τη διαχρονική αμεριμνησία με την οποία οι ελληνικές κυβερνήσεις τη συνυπογράφουν.
Μέχρι και σήμερα οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να αποφύγουν να λάβουν δύσκολες αποφάσεις και να παραδεχτούν ότι υπό τις παρούσες συνθήκες το χρέος και πάλι δεν είναι βιώσιμο, υποστηρίζει ο διευθυντής των Financial Times στις Βρυξέλλες, Πίτερ Σπίγκελ.
Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου ήταν ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2014 η βασική στόχευση της Ευρώπης για τη χώρα μας, σε πλήρη αντίθεση με το σκηνικό αισιοδοξίας για το δήθεν τέλος των μνημονίων και το πολυδιαφημισμένο success story, που οι δύο κυβερνητικοί εταίροι της προηγούμενης συγκυβέρνησης προσπαθούσαν μέχρι και την τελευταία στιγμή με κάθε τρόπο να οικοδομήσουν.
Για τους Ευρωπαίους, η υπογραφή ενός νέου μνημονίου ήταν το ζητούμενο προκειμένου να πάρουν ακόμα μια παράταση χρόνου και να «παγώσουν» εκ νέου το ελληνικό μέτωπο το πολύ για ακόμα μία διετία, με μετάθεση των δύσκολων αποφάσεων για το χρέος στο μέλλον και με την Ελλάδα στο ενδιάμεσο να συνεχίζει να ακροβατεί επί ξυρού ακμής, σε μόνιμα άρρηκτη εξάρτηση από τους δανειστές της.
* Τα παραπάνω είναι μέρος της έρευνας του Θάνου Δημάδη για την ελληνική κρίση που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του με τίτλο «Στον δαίδαλο των μνημονίων: εμπειρίες, ερμηνείες, γεγονότα από τα κέντρα λήψης αποφάσεων».
 Από την Εφ.Συν

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Από τη «χαμένη γενιά» στα... αγέννητα της κρίσης

pososto_plythismos_ftoxeia_evropaiki_enosi.jpg

Ποσοστό του πληθυσμού στο όριο της φτώχειας στην Ε.Ε. των 28 (στοιχεία του 2013)Από το 23,4% που ήταν ο δείκτης του χάσματος φτώχειας το 2010, έχει υπερβεί το 30% το 2014, αυξήθηκε σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες σε τέσσερα μόλις χρόνια, δείχνοντας πως οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι
Η... ανατομία των δεικτών φτώχειας με τον διευθυντή Ερευνών στο ΕΚΚΕ και δημογράφο Διονύση Μπαλούρδο αποκαλύπτει όχι μόνο τη ραγδαία φτωχοποίηση των νέων και των παιδιών, αλλά και το συγκλονιστικό γεγονός ότι η Ελλάδα θα χάσει μία ακόμη γενιά: αυτή που δεν θα γεννηθεί, λόγω της οικονομικής αδυναμίας των ζευγαριών!
Κι όμως, ενίοτε οι αριθμοί λένε την αλήθεια. Η ισοπεδωτική φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας τον καιρό των μνημονίων γίνεται φανερή, αν υπολογίσουμε τον κίνδυνο φτώχειας με βάση το στατιστικό όριο που ίσχυε το 2008: με βάση αυτό το μέτρο, σχεδόν ο μισός πληθυσμός (για την ακρίβεια ποσοστό 48%) θα καταγραφόταν σήμερα ως φτωχός, ποσοστό υπερδιπλάσιο σε σύγκριση με το 20% του 2008.
Η διαφορά με τα επίσημα στοιχεία εγκείται στο ότι από το 2008 μέχρι σήμερα ο πήχης για τον προσδιορισμό της φτώχειας έχει «ψαλιδιστεί»...
Εμβαθύνοντας στους δείκτες της φτώχειας με τη βοήθεια του διευθυντή Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) και δημογράφου Διονύση Μπαλούρδου, αναδύεται μια συγκλονιστική εικόνα, με επιμύθιο ότι αυτή την κρίση την πληρώνουν τα παιδιά και οι νέοι, δηλαδή το μέλλον της χώρας, αυτά που υπάρχουν, αλλά και μια γενιά που θα χαθεί, γιατί πολύ απλά δεν θα... γεννηθεί, καθώς η κρίση προκαλεί μη αναστρέψιμες «βλάβες» στους δείκτες γονιμότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, ένας άλλος παράγοντας που αποδεικνύει ότι οι νέοι αποτελούν θύματα της κρίσης προκύπτει από μια έρευνα του ευρωβαρόμετρου, που μελετά την επιθυμία τους να φύγουν για άλλη χώρα: με στοιχεία από το (μακρινό πλέον, όσον αφορά την εξέλιξη της οικονομικής κρίσης) 2011, το 37% των νέων επιθυμούν να φύγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που βρισκόταν στο 25%.
Τι άλλο βρίσκει ο συνομιλητής μας «συγκλονιστικό»; Τη δύσκολη κατάσταση διαβίωσης μεγάλου μέρους του πληθυσμού, όταν μετράμε τους υλικούς δείκτες στέρησης.
Πρόκειται για 9 δείκτες που περιλαμβάνουν από αδυναμία πληρωμής λογαριασμών μέχρι τη δυνατότητα για διακοπές, ενώ η ακραία στέρηση προκύπτει όταν κάποιος στερείται περισσότερους από τέσσερις δείκτες.
Συγκεκριμένα: «Στην Ελλάδα τα παιδιά και οι νέοι 18-24 χρόνων είναι οι νέες ομάδες που βρίσκονται αντιμέτωπες με το κατώφλι της φτώχειας και πληρώνουν την κρίση, η οποία -όσο διαρκεί- τείνει να λάβει διαστάσεις χρόνιου φαινομένου. Και η κατάσταση αναμένεται να γίνει ακόμη χειρότερη τα επόμενα χρόνια, καθώς καταρρέουν τα άτυπα δίκτυα αλληλεγγύης και η κοινωνική βοήθεια συρρικνώνεται, αντί να επεκτείνεται, λόγω των μέτρων», τονίζει στην «Εφ.Συν.» ο κ. Μπαλούρδος.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ πως σε πρόσφατη έκθεση του γερμανικού ιδρύματος Bertelsmann για την κοινωνική δικαιοσύνη στην Ε.Ε. των 28, στις ηλικίες 18-24 στην Ελλάδα καταγράφεται ένα απ’ τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας στην Ε.Ε., που αγγίζει το 52,4%.

Ατεκνοι εξ ανάγκης

«Καθώς ο κίνδυνος φτώχειας φτάνει σε υψηλά επίπεδα, αποτελεί αποθαρρυντικό παράγοντα για τα ζευγάρια, που αναβάλλουν την απόκτηση παιδιών και αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στον δείκτη γονιμότητας, ο οποίος ανέκοψε την ανοδική πορεία του το 2009, που ήταν 1,49 παιδιά ανά γυναίκα, προσεγγίζοντας το 2013 την τιμή 1,3 παιδιά ανά γυναίκα. Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς οι γυναίκες αποκτούν παιδιά ολοένα και σε μεγαλύτερη ηλικία. Το ερώτημα είναι αν θα “προλάβουν” να αποκτήσουν τα παιδιά που πραγματικά θέλουν.
»Από την άλλη, οι ειδικοί θεωρούν ορόσημο το όριο του 1,5 παιδιά ανά γυναίκα, επισημαίνοντας την “παγίδα της γονιμότητας”, που σημαίνει ότι όποιος περάσει κάτω από αυτό το όριο, δύσκολα μπορεί να ανατρέψει τον δείκτη. Το δεύτερο όριο του 1,3 παιδιά ανά γυναίκα αποκαλείται χαμηλή γονιμότητα: είναι πια το όριο, όπου είναι δύσκολο να λάβεις μέτρα πολιτικής και να επηρεάσεις τον δείκτη.
»Είμαστε πραγματικά σε αδιέξοδο, καθώς -σύμφωνα με τους ειδικούς- καμία χώρα που έχει παγιδευτεί στη χαμηλή γονιμότητα δεν έχει επιστρέψει ξανά στο όριο του πάνω από 1,5 παιδιά ανά γυναίκα. Διαπιστώνω λοιπόν ότι οι δείκτες οικονομικής ύφεσης έχουν αρνητική συσχέτιση και επηρεάζουν τη νεολαία, διότι με τον αρνητικό δείκτη γονιμότητας χάνουμε μια γενιά παιδιών, των οποίων η γέννηση αναβάλλεται...», εξηγεί ο οικονομολόγος-δημογράφος συνομιλητής μας.
Επισημαίνει ότι δεν έχει μελετηθεί αρκετά η επίπτωση της κρίσης στη νεολαία, καθώς οι έρευνες για τη φτώχεια των νέων στην Ελλάδα, αλλά και την Ευρώπη είναι περιορισμένες, ενώ -με βάση τα στοιχεία που έχουμε- το 2013 το ποσοστό φτώχειας των νέων 18-24 χρόνων στην Ελλάδα ανήλθε στο «εξωφρενικό» –όπως το χαρακτήρισε– 34,1%. «Αυτό έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες.
»Για να αναφέρουμε δύο μονάχα: στην Ελλάδα από παράδοση τα νεαρά άτομα έχουν παρατεταμένη παραμονή στο πατρικό σπίτι, κοντά στο 60% των νέων 18-24 παραμένουν με τους γονείς τους, σε αντίθεση με χώρες, όπως είναι η Σουηδία για παράδειγμα, που το ποσοστό είναι κοντά στο 20%. Ο άλλος παράγοντας προκύπτει από μια έρευνα του ευρωβαρόμετρου που μελετά την επιθυμία των νέων να φύγουν για άλλη χώρα: με στοιχεία του 2011, το 37% των νέων επιθυμούν να φύγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που είναι 25%».

Δείκτες στέρησης

Αναφέραμε πιο πάνω ότι ακραία στέρηση θεωρείται όταν κάποιος στερείται τουλάχιστον 4 απ’ τους 9 δείκτες υλικής στέρησης, με παραδείγματα δεικτών από την πληρωμή ενός λογαριασμού μέχρι τη δυνατότητα για διακοπές. Ετσι η ακραία στέρηση, από το 11,6% που ήταν το 2000, σχεδόν διπλασιάστηκε το 2014, φτάνοντας το 21,5%. «Είναι πολύ ανησυχητική η εκτίναξη της απόλυτης φτώχειας, το να μην μπορείς να φας κρέας, να πληρώσεις νοίκι, να έχεις αυτοκίνητο. Ενα υποστοιχείο αυτού του σύνθετου δείκτη είναι να μην μπορεί κανείς να αντεπεξέλθει σε απρόσμενες οικονομικές απαιτήσεις, που στον πληθυσμό ανέρχεται στο 47,1%. Ολα αυτά συνηγορούν στην επιδείνωση της συνολικής κατάστασης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού», μας λέει ο κ. Μπαλούρδος.
Από ‘κεί και πέρα, είναι πολλά τα δεδομένα που φανερώνονται, όταν αποκρυπτογραφούμε τους στατιστικούς δείκτες. Εχουμε και λέμε:
■ Η φτώχεια γίνεται δριμύτερη. Από το 23,4% που ήταν ο δείκτης του χάσματος φτώχειας το 2010, έχει υπερβεί το 30% το 2014, αυξήθηκε σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες σε τέσσερα μόλις χρόνια, δείχνοντας πως οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι.
■ Οι φτωχοί μακράς διάρκειας βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο, πάνω από το 12,4%, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του 2013.
■ Στις νέες ομάδες φτωχών, έχουμε την είσοδο των «εργαζόμενων φτωχών», όπου περίπου ο ένας στους εφτάμισι εργαζόμενους καταγράφεται φτωχός, αφού το 13,2% των εργαζομένων ανήκει πλέον σε αυτήν την κατηγορία.
«Φαίνεται επομένως ότι στην περίοδο της κρίσης, και όχι μόνο, η απασχόληση δεν αποτελεί επαρκή δείκτη προστασίας απέναντι στη φτώχεια και αυτό γίνεται κατανοητό με την καταβαράθρωση των εργασιακών σχέσεων: η ομάδα που πλήττεται ιδιαίτερα και καταγράφει υψηλό κίνδυνο φτώχειας σε ποσοστό 27,9% είναι οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης», επισημαίνει στην «Εφ.Συν.» ο κ. Μπαλούρδος.
 Από την ΕφΣυν

Φορολογικός παράδεισος η Γερμανία

xrimata.jpg

ΧρήματαΣτα μέσα του 2013 πολίτες άλλων χωρών είχαν «παρκάρει» στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Γερμανίας φορο­απαλλασσόμενες έντοκες αποταμιεύσεις (καταθέσεις, ομόλογα κ.λπ.) συνολικού ύψους 2,5-3 τρισεκατομμυρίων ευρώ
Στην Ελλάδα για λόγους φορολογικής δικαιοσύνης και κατ’ εντολήν του Βερολίνου και των άλλων πιστωτών θα φορολογηθεί υψηλότερα σε λίγο καιρό ακόμη και το κρέας.
Την ίδια στιγμή στη Γερμανία που διατάζει, το ξέπλυμα του χρήματος πλημμυρίζει τη χώρα, η οποία αποτελεί... «έναν ασφαλή παράδεισο για τη λεία των δικτατόρων του πλανήτη, τα περιουσιακά στοιχεία των συνδικάτων του εγκλήματος, τις προσόδους του φορολογικού εγκλήματος και τις υπόλοιπες παράνομες ροές κεφαλαίων απ’ όλο τον κόσμο».
Κόλαφο για τον πραγματικό ρόλο της Γερμανίας στη διακίνηση του παράνομου και αφορολόγητου χρήματος αποτελούν δύο πρόσφατες έρευνες που έδωσαν στη δημοσιότητα χθες το Ευρωπαϊκό Δίκτυο για το Χρέος και την Ανάπτυξη («50 Shades of Tax Dodging: How EU helps support unjust global tax systems») και το Δίκτυο για τη Φορολογική Δικαιοσύνη (Financial Secrecy Index 2015).
Οι δύο έρευνες έδειξαν ότι έναν χρόνο μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου Luxleaks, ο σκιώδης χρηματοπιστωτικός τομέας της Γερμανίας είναι δεύτερος μετά το Λουξεμβούργο στην Ευρώπη σε όρους ευπάθειας στο ξέπλυμα χρήματος, αλλά και ότι η χώρα αποτελεί μια από τις πιο εύφορες ζώνες της Ευρωπαϊκής Ενωσης για την καλλιέργεια της… φοροαποφυγής.
Αυτές οι «πρωτιές» έχουν αποτέλεσμα -σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συγγραφέα τού «Tax Haven Germany» Μάρκους Μέινζερ- στα μέσα του 2013 πολίτες άλλων χωρών να έχουν «παρκάρει» στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Γερμανίας φοροαπαλλασσόμενες έντοκες αποταμιεύσεις (καταθέσεις, ομόλογα κ.λπ.) συνολικού ύψους 2,5-3 τρισεκατομμυρίων ευρώ.
Το εκρηκτικό ποσό δεν είναι άμοιρο των πρακτικών που ακολουθεί εδώ και χρόνια η ευρωπαϊκή υπερδύναμη.
Η Γερμανία έχει αντιτεθεί επανειλημμένα στην ίδρυση ενός κεντρικού μητρώου κατόχων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και σε διεθνείς κανόνες για τη δημόσια πρόσβαση στην πληροφόρηση.
Οι κυβερνήσεις της έχουν επιδείξει τεράστια απροθυμία στην επιβολή κανόνων ενάντια στο ξέπλυμα χρήματος, ενώ από την άλλη πλευρά το κανονιστικό πλαίσιο της χώρας προσφέρει μια σειρά εργαλείων και διευκολύνσεων του φορολογικού απορρήτου.

«Ανώνυμες μετοχές»

Δείκτης χρηματοοικονομικού απορρήτου
Τρανταχτό παράδειγμα αποτελούν οι «ανώνυμες μετοχές», που εδώ και χρόνια έχουν τεθεί εκτός νόμου ή υπό αυστηρό έλεγχο σε όλους τους «κλασικούς» φορολογικούς παραδείσους του κόσμου.
Η πληροφόρηση για τους ιδιοκτήτες οντοτήτων όπως τα τραστ, τα ιδρύματα και τα διαβόητα «Treuhand» είναι μέσω αυτών πολύ αποσπασματική και αποτελεί ένα τεράστιο παραθυράκι φορολογικού απορρήτου.
Ακόμη η «φοροδιαφυγή σε ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις» δεν αποτελεί κατηγορία για ξέπλυμα χρήματος. Ετσι οι τράπεζες δέχονται εύκολα καταθέσεις που αποτελούν προϊόν φοροαποφυγής, ειδικά αν αυτή διαπράττεται στο εξωτερικό.
Δεν υπάρχουν ολοκληρωμένα στατιστικά στοιχεία για τις καταδίκες που αφορούν ξέπλυμα χρήματος και φοροδιαφυγή.
Η ρυθμιστική αρχή BaFin αναθέτει την εποπτεία της εφαρμογής των διατάξεων για το ξέπλυμα χρήματος σε ιδιωτικές ελεγκτικές εταιρείες και αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα σύγκρουσης συμφερόντων.
Επίσης τα σχετικά χαμηλά πρόστιμα και ο χαμηλός αριθμός των καταδικαστικών αποφάσεων που αφορούν αποτυχίες των τραπεζών στην πρόληψη του ξεπλύματος χρήματος δείχνουν συνολική αδυναμία αν όχι απροθυμία αστυνόμευσης.
Τέλος -όπως και αρκετές άλλες χώρες του ΟΟΣΑ- η Γερμανία δεν ανταλλάσσει επαρκώς φορολογικά στοιχεία επιχειρήσεων και ιδιωτών με τις κυβερνήσεις άλλων χωρών.
Ολα αυτά σε συνδυασμό με μια σειρά φοροαπαλλαγών για τους μη κατοίκους της Γερμανίας -ειδικά η μη φορολόγηση των τόκων των καταθέσεων και των γερμανικών κρατικών ομολόγων- έχουν, σύμφωνα με τις δύο εκθέσεις, προσελκύσει μεγάλες και συχνά παράνομες ροές κεφαλαίων.
Μεταξύ άλλων και ροές ξεπλύματος χρήματος από εγκληματικές οργανώσεις όπως η ιταλική μαφία ή παράνομες ροές από αναπτυσσόμενες χώρες όπως αυτές της «αραβικής άνοιξης» (Λιβύη, Τυνησία και Αίγυπτος), εγείροντας το ερώτημα πώς κατάφεραν να παραμείνουν ανέλεγκτες.
Στο προσκήνιο βέβαια το Βερολίνο δηλώνει πρώτο στη μάχη κατά των φορολογικών παραδείσων.
Στο παρασκήνιο όμως η αλήθεια είναι ότι από τη δεκαετία του ’80 η Γερμανία υιοθέτησε σκιωδώς τις στρατηγικές αυτών.
Το 1984, για παράδειγμα, κατάργησε τον φόρο στα κρατικά ομόλογα που επιβαλλόταν στους μη κατοίκους της χώρας. Επέτρεψε με αυτόν τον τρόπο στους φοροαποφεύγοντες άλλων χωρών να επενδύουν χωρίς κόστος.
Ακόμη πιο ακραίο είναι το ότι έως το 1999 η Γερμανία επέτρεπε στις πληρωμές για δωροδοκίες να εκπίπτουν από τον φόρο. Για πολλούς ειδικούς το πρόβλημα της Γερμανίας ξεκινά από το κατακερματισμένο φορολογικό της σύστημα.

Προσέλκυση επιχειρήσεων

Το πρόβλημα, όπως επισημαίνουν, πηγάζει από το γεγονός ότι τα 16 ομόσπονδα κρατίδια και η τοπική αυτοδιοίκηση ανταγωνίζονται στην προσέλκυση επιχειρήσεων προσφέροντάς τους ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση.
Οι κοινότητες έχουν το δικαίωμα να ορίζουν ένα μέρος του φόρου που πληρώνουν οι επιχειρήσεις που ισοδυναμεί περίπου με το 50% του συνόλου.
Αυτό το κανονιστικό πλαίσιο κατέστησε το Nordrfriedrichskoog, μια μικρή κοινότητα περίπου πενήντα κατοίκων στη δεκαετία του ’80, μινιατούρα γερμανικού φορολογικού παραδείσου.
Συγκεκριμένα στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η κοινότητα αυτή αποφάσισε να μηδενίσει τον φόρο που επέβαλλε στις επιχειρήσεις. Αυτομάτως έγινε έδρα περισσοτέρων των 300 εταιρειών.
Μεταξύ άλλων και θυγατρικών κολοσσών όπως οι Deutsche Bank, Eli Lilly, Lufthansa και E.ON.
Λιμουζίνες διέσχιζαν τους λασπωμένους δρόμους του Nordrfriedrichskoog εκείνη την εποχή μεταφέροντας στελέχη επιχειρήσεων σε meetings που πραγματοποιούνταν σε αίθουσες προκάτ οι οποίες είχαν χτιστεί πίσω από τις λιγοστές φάρμες της κοινότητας.
Το εν λόγω «θέατρο» ήταν αναγκαίο προκειμένου να εξακριβώνεται η παρουσία της εταιρείας στην κοινότητα και να υπάρχει η έκπτωση φόρου. Ως το 2004 η κατάσταση είχε ξεφύγει εκτός ελέγχου.
Η νομοθεσία άλλαξε και η κοινότητα επέβαλε κατώτατο φόρο 7% στα επιχειρηματικά κέρδη. Οπως ήταν φυσικό, οι επιχειρήσεις και μαζί τους και οι λιμουζίνες έφυγαν.
Από την ΕφΣυν

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Die Welt: Η Ελλάδα θα επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα το 2034

Απαισιόδοξη πρόβλεψη

16:20 | 02 Νοε. 2015
Τελευταία ανανέωση 17:06 | 02 Νοε. 2015
Δυσοίωνες εκτιμήσεις, που απέχουν μακράν από τις προβλέψεις ανάκαμψης της Κομισιόν και του ΔΝΤ, περιλαμβάνει για την Ελλάδα παγκόσμια έρευνα που δημοσιεύει κατ' αποκλειστικότητα η γερμανική εφημερίδα Die Welt.

Η έρευνα, της γερμανικής εταιρίας Prognos, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα πριν από το 2034 και προβλέπει εκτίναξη του χρέους στο 245% έως το 2022.
Οι αναλυτές της Prognos προβλέπουν ότι το ΑΕΠ της χώρας θα συρρικνώνεται με μέσο ποσοστό 0,8% ετησίως έως τις αρχές του 2020 και βλέπουν την ανεργία να παραμένει στα ύψη, ενώ ο επικεφαλής οικονομολόγος της εταιρίας Μίκαελ Μπέμερ προειδοποιεί ότι χωρίς κούρεμα του χρέους, δεν θα υπάρξει πραγματική ανάκαμψη.
«Μέχρι τις αρχές του 2020 η ελληνική οικονομία θα συρρικνώνεται κατά 0,8% ετησίως με ένα ποσοστό ανεργίας στα ύψη», αναφέρεται την έκθεση και, όπως επισημαίνει η Deutsche Welle, αυτή η εκτίμηση βασίζεται στο αισιόδοξο σενάριο σύμφωνα με το οποίο «δεν θα επέλθουν άλλα σοκ και η χώρα θα παραμείνει στο ευρώ».
«Από το 2008 μέχρι σήμερα η αναλογία του χρέους στο ΑΕΠ της χώρας διπλασιάστηκε και έφτασε το 200%. Μέχρι το 2022 θα αγγίξει το 245%», τονίζεται ακόμη στην έκθεση, ενώ ο επικεφαλής οικονομολόγος της Prognos Μίκαελ Μπέμερ δηλώνει ότι «χωρίς πραγματικό κούρεμα χρέους η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια της».
Σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές επιπτώσεις, ο ίδιος υποστηρίζει ότι χρειάζεται μια ακόμη γενιά, έως ότου οι Έλληνες επιστρέψουν στα προ Μνημονίων επίπεδα. «Από το 2008 η χώρα έχει απολέσει το 1/3 της οικονομικής της ισχύος, σήμερα ένας στους 4 νέους είναι δηλωμένος άνεργος», σημειώνει.
Η Prognos εκτιμά ότι μόνο μετά τη δεκαετία του 2020 θα μπορέσει η Ελλάδα να αυξήσει το ΑΕΠ της πάνω από το 2% και να πορευτεί σε ένα σίγουρο δρόμο ανάπτυξης, ενώ μόλις το 2034 θα επιστρέψει στο επίπεδο προ της κρίσης. Έως ότου, δε, το ποσοστό ανεργίας κατέβει στο 10%, που είναι και αυτό υψηλό, θα περάσουν 25 ολόκληρα χρόνια.
Από το tvxs

Μία ριζοσπαστική πρόταση: Κρατική σύνταξη για όλους και 30ωρο εργασίας

09:34 | 02 Νοε. 2015
Γιώργος Σταμπουλής
«Όλο το μοντέλο αυτό που εισηγούμαι δημιουργεί μια αύξηση του ΑΕΠ σε ένα έτος μόνο, γύρω στο 10%. Οι συντάξεις θα πληρώνονται από την αύξηση του ΑΕΠ, και άρα και των εσόδων του κράτους και της φορολογίας.
Αυξάνεις την φορολογητέα ύλη, απλοποιείς πολύ το φορολογικό σύστημα συνολικά, επομένως μπορείς να προσδοκάς (είναι μετρήσιμο, και μπορούμε να τρέξουμε διάφορα σενάρια σ’ αυτό) ότι θα καλύψεις πολύ σύντομα 100% αυτή τη δαπάνη της ενιαίας σύνταξης».
Μια ριζοσπαστική και ρεαλιστική πρόταση για το ασφαλιστικό: Κρατική σύνταξη για όλους και τριαντάωρο εργασίας.
Ο Γιώργος Σταμπουλής (με σπουδές μηχανικού παραγωγής και διοίκησης και διδακτορικό στην επιστημονική και τεχνολογική πολιτική) διδάσκει οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Πρόσφατα παρουσίασε μια ριζοσπαστική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόταση για το ασφαλιστικό, σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτές που έχουν πέσει στο τραπέζι (βλ. μια παρουσίαση στο criticalchallenger.wordpress.com) και ένα άρθρο του στην  Αυγή 13.9.2015 . Του ζητήσαμε(*) να μας την παρουσιάσει, σχολιάζοντας, πρώτα την πρόταση της «επιτροπής σοφών». 
Τη συνέντευξη πήρε ο Στρατής Μπουρνάζος.
Συνέντευξη του Γιώργου Σταμπουλή:
Θα ήθελα να ξεκινήσω με την πρόταση της λεγόμενης «επιτροπής των σοφών», η οποία έχει δεχτεί, ήδη, έντονη κριτική. Πώς την αξιολογείς συνολικά;
Η πρόταση επιδιώκει να παρέμβει διαρθρωτικά στο σύστημα, αλλά παραμένει εντός αυτού και της λογικής του. Τα βασικά κριτικής μου είναι δύο:
Πρώτον, αντιμετωπίζει το ασφαλιστικό σύστημα ως κλειστό, σαν ένα δοχείο με δύο τρύπες: από τη μια μπαίνουν οι εισφορές και η κρατική χρηματοδότηση, από την άλλη βγαίνουν οι συντάξεις. Όσον αφορά τις εξωτερικές αλληλεπιδράσεις του συστήματος εξετάζει μόνο το πώς επιδρά η οικονομία στο σύστημα, αλλά όχι το πώς επηρεάζει το σύστημα την οικονομία.
Δεύτερον, δεν αμφισβητεί θεμελιώδη αξιακά χαρακτηριστικά του συστήματος. Δεν αμφισβητείται, λ.χ., το ότι η άμισθη εργασία (λ.χ. οι νοικοκυρές) ή οι άνεργοι δεν δικαιούνται σύνταξη. Ωστόσο, η σύνταξη αποτελεί δικαίωμα όλων όσων συμμετέχουν στην οικονομία, έστω και έμμεσα: ο άνεργος μετέχει μέσω της κατανάλωσης, αλλά και –όσο κι αν αυτό δεν μας αρέσει– επηρεάζοντας την τιμή του μισθού.
Συνολικά, κινείται στη λογική ενός ανακεφαλαιοποιητικού συστήματος: το ύψος της σύνταξης του καθενός εξαρτάται από το πόσα χρόνια έχει δουλέψει και το τι μισθό έπαιρνε. Έτσι, οδηγούμαστε σε ένα εξατομικευμένο σύστημα, όπου το τελικό πόσο της σύνταξης είναι αβέβαιο (χαρακτηριστικά, η έκθεση λέει απλώς ότι η σύνταξη πρέπει να είναι ανώτερη από το επίπεδο διαβίωσης –τα 500 ευρώ περίπου– αλλά δεν δίνει καμιά εγγύηση γι’ αυτό), και όχι στην πολιτική για ένα συλλογικό αγαθό.
Αν δούμε τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ, τα ανακεφαλαιοποιητικά συστήματα έχουν υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης στις υψηλές συντάξεις και χαμηλό στις χαμηλές. Ενώ άλλα συστήματα, τα οποία δεν αναφέρονται στην έκθεση (π.χ. της Νέας Ζηλανδίας ή της Ιρλανδίας) –και αυτό προξενεί εντύπωση, γιατί κάνει μια ανασκόπηση της διεθνούς εμπειρίας– έχουν υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης της χαμηλής σύνταξης και χαμηλό της υψηλής.
Αυτό το θεωρώ σωστό σε πολλαπλά επίπεδα: και όσον αφορά την κοινωνική αποτελεσματικότητα και δικαιοσύνη (κάποιος με υψηλό εισόδημα έχει μπορεί να κάνει αποταμίευση για το μέλλον, αυτός που παίρνει μισθό 700 και 800 ευρώ, προφανώς όχι) και όσον αφορά την δημοσιονομική αποτελεσματικότητα, αλλά και όσον αφορά το ζήτημα του εμπορικού ισοζυγίου, αφού η κατανάλωση του χαμηλού εισοδήματος (μισθού ή σύνταξης) θα οδηγηθεί, κατά κύριο λόγο, σε έναν κύκλο προστιθέμενης αξίας εγχώριας, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου οι βασικές ανάγκες μπορούν σε μεγάλο βαθμό να καλυφθούν από το εγχώριο παραγωγικό σύστημα — με δομικές παρεμβάσεις, βέβαια.
Μας έλεγες πριν ότι ένα μεγάλο πρόβλημα, συνολικότερα, της έκθεσης, είναι ότι δεν εξετάζει το μοντέλο εργασίας.
Είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα της έκθεσης: δεν εξετάζει το μοντέλο εργασίας στο μέλλον — ενώ το αναφέρει. Κινείται με βάση ένα φορντιστικό παραγωγικό μοντέλο, το οποίο όμως δεν υπάρχει πια∙ λείπει, δηλαδή, ένα στοιχείο ιστορικότητας.
Σήμερα η φύση της εργασίας και οι εργασιακές σχέσεις έχουν αλλάξει δραστικά∙ αυτό το αναγνωρίζουν και οι συντάκτες στα συμπεράσματα, εκεί που μιλάνε για τις αδυναμίες της πρότασης, ότι δεν λαμβάνεται υπόψη το ζήτημα της επισφάλειας, η αποσπασματικότητα στην εργασία, η μερική απασχόληση.
Διαβάζουμε, χαρακτηριστικά: «Η σύνδεση των παροχών και εισφορών επιτείνει τις ανισότητες μεταξύ πλήρους και επισφαλούς απασχόλησης. Το μελλοντικό συνταξιοδοτικό σύστημα θα αποβεί κυρίως σε βάρος όσων απασχολούνται σε ατυπικές μορφές απασχόλησης και γενικά χαρακτηρίζονται από χαμηλή απασχολησιμότητα. Η ασυνέχεια στην απασχόληση λόγω μεσοδιαστημάτων ανεργίας θα οδηγήσει σε ελάχιστες κοινωνικού χαρακτήρα παροχές».
Με λίγα λόγια, οι συντάκτες αναγνωρίζουν ότι είναι ένα σύστημα για τους λίγους, για τους προνομιούχους οι οποίοι δεν θα βρεθούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην ανεργία και θα έχουν σχετικά καλούς μισθούς. Αλλά δεν προτείνουν τίποτα γι’ αυτό.
Και, βέβαια, από τη στιγμή που πάμε σε ανακεφαλαιωτικό σύστημα, με την ανταποδοτική λογική του (ο καθένας εισπράττει, έπειτα από μια ηλικία, με βάση αυτά που κατέβαλε) τίθεται ένα καίριο ερώτημα: Γιατί να είναι δημόσιο το σύστημα; Υπάρχει η συνταγματική επιταγή, ότι πρέπει το δημόσιο να εγγυάται, ωστόσο μπορεί — με αυτή τη λογική– να εγγυάται και ένα ιδιωτικό σύστημα, μια ιδιωτική ασφαλιστική∙ το είδαμε, άλλωστε, να ισχύει στην κρίση (με την AIG).
Το ερώτημα προκύπτει και το έχουμε ακούσει πολλές φορές, με μια ισχυρή δόση λαϊκισμού: Με τόσα (πολλά) που δίνω και τόσο (λίγα) που θα πάρω, γιατί υποχρεώνομαι να ασφαλιστώ στο δημόσιο σύστημα και δεν μπορώ να διαλέξω μια ιδιωτική ασφάλιση;
Το επόμενο βήμα της επίθεσης, πιστεύω, θα είναι η μετατροπή του υποχρεωτικού χαρακτήρα: να είναι προαιρετική η ασφάλιση στο δημόσιο σύστημα: είναι υποχρέωση του κράτους να σε καλύψει εφόσον εσύ το επιθυμείς, θα πούνε.
Η συζήτηση συνήθως, και οι αλλαγές –ή οι απόπειρες–, αρχής γενομένης από τις προτάσεις Γιαννίτση το 2001, εκκινούν από την αφετηρία ότι το παρόν σύστημα δεν είναι βιώσιμο, ότι το κράτος δεν μπορεί να αντέξει το βάρος του. Πώς πρέπει να σταθούμε σε αυτό;
Το ζήτημα, ακριβώς, είναι με ποιον τρόπο διαχειριζόμαστε το ότι το κράτος δεν μπορεί να αντέξει αυτό το βάρος; Η πεπατημένη που ακολουθήθηκε είναι: κόβουμε τις συντάξεις και αυξάνουμε τις εισφορές.
Είναι καταστροφικό.
Η αύξηση των εισφορών, όποτε επιχειρήθηκε, οδήγησε σε μεγαλύτερη αδήλωτη εργασία, λιγότερες προσλήψεις και αύξηση του μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων. Η μείωση των συντάξεων, με τη σειρά της, οδηγεί τελικά σε αύξηση της ανεργίας.
Με βάση τα στοιχεία της ΗΔΙΚΑ, η συνταξιοδοτική δαπάνη μειώθηκε κατά 6 δισ. περίπου τα τελευταία 6‑7 χρόνια, κάτι που αντιστοιχεί στο 3% του ΑΕΠ. H αντανάκλαση στην κατανάλωση και, στη συνέχεια, στην απασχόληση, είναι ευθεία: αφού μειώνεται η απασχόληση, μειώνεται και η δυνατότητα είσπραξης εισφορών.
Έχουμε ένα φαύλο κύκλο εδώ, όπως συνέβη και με το Μνημόνιο συνολικά και τους «πολλαπλασιαστές» του ΔΝΤ.
Ένα σοβαρό ζήτημα είναι πώς συγχρονίζεται το σύστημα με την οικονομία. Οι «οικονομικοί σταθεροποιητές» όπως ονομάζονται, λένε ότι θα δίνουμε μικρότερες συντάξεις όταν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Υποστηρίζω το αντίθετο: όταν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, οι συντάξεις μπορεί να χρειαστεί να αυξάνονται, έστω λίγο, γιατί το δημόσιο πρέπει στις παρεμβάσεις του να λειτουργεί αντικυκλικά∙ αυτό λένε τα κεϋνσιανά οικονομικά του πρώτου έτους.
Θυμάμαι το βιβλίο του Robin Blackburn, Banking on death.
Ας πάμε και στα δικά μας λίγο πιο πίσω, στην εποχή Σημίτη, την εποχή του χρηματιστηρίου: τότε που λεγόταν ότι τα ταμεία πρέπει να επενδύσουν, να γίνουν ένα εργαλείο του δημοσίου για επενδύσεις και ανάπτυξη, να επενδύσουν στο χρηματιστήριο, σε ομολόγα και μετοχές κλπ. Αυτό ήταν διεθνές φαινόμενο. Είτε γινόταν από εταιρείες που χρηματοδοτούσαν την ανάπτυξή τους μέσω του συνταξιοδοτικού ταμείου των εργαζομένων τους (με αποκορύφωμα την Enron που μαζί μ’ αυτή χρεοκόπησαν και οι εργαζόμενοί της και το Ταμείο τους) είτε και με Ταμεία ιδιωτικά και δημόσια (π.χ. ταμεία δήμων στη Γερμανία) τα οποία επένδυαν στις διεθνείς αγορές.
Το διάστημα 2008‑2012, με την κρίση, τα Ταμεία του G8 χάσανε πάρα πολύ: η αξία του ενεργητικού τους από 20 τρισ. δολάρια έπεσε στα 15 τρισ. Σήμερα έχουν φτάσει πάλι στα 25 τρισ. (εν μέσω ύφεσης!) και αποτελεί σχεδόν το ένα τρίτο όλων σχεδόν των διαθέσιμων επενδυτικών κεφαλαίων του κόσμου. Το πρόβλημα είναι ότι έτσι ενισχύεται ουσιαστικά μια φούσκα, ενισχύεται μια κρίση υπερσυσσώρευσης πλανητικά. Σ’ αυτή τη λογική, τα Ταμεία γίνονται μέρος του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και όχι μέρος του κοινωνικού συστήματος γιατί αυτή η ανταποδοτικότητα πάει να επενδυθεί κάπου.
Το συμπέρασμα του Blackburn είναι ότι αυτοί που επωφεληθήκαν από αυτές τις επενδύσεις των Ταμείων διαχρονικά ήταν τα golden boys∙ οι συνταξιούχοι ποτέ δεν είδαν αύξηση είτε με ιδιωτικά είτε με δημόσια συστήματα. Ένα παράδειγμα. Στις ΗΠΑ ψηφίστηκε το 1978 ειδική ρύθμιση, γνωστή ως 401(k), που προέβλεπε ότι φοροαπαλλάσσονται οι προ‑φόρου αποταμιεύσεις σε προσωπικούς‑εταιρικούς συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς. Ήταν ένας νόμος για τα στελέχη, τους yappies.
Είμαι πλούσιος, έχω λεφτά, τα βάζω σε ένα συνταξιοδοτικό Ταμείο (θεωρούμενη μια μορφή επένδυσης) να τα πάρω ως σύνταξη αργότερα, και αυτό φοροαπαλλάσσεται. Θέλησε και η μεσαία τάξη να συμμετέχει και, αντί να διεκδικήσει να σταματήσει η φοροαπαλλαγή των πλουσίων, ζήτησε να πάρει και αυτή μερίδιο, να διευρυνθεί η φοροαπαλλαγή. Έτσι, στην περίοδο των reaganomics στις ΗΠΑ (που συνέχισε ο Μπους και Κλίντον) όλη αυτή η διαδικασία επιτάχυνε τη μείωση των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού στις Η.Π.Α, από τον φόρο εισοδήματος, ο οποίος, μεταπολεμικά, στη χρυσή εποχή της ανάπτυξης των ΗΠΑ, έφτανε ακόμα και το 70%, στα υψηλά κλιμάκια.
Και εκεί είναι η ανάγκη να επανέλθουμε σήμερα∙ το λένε o Κρούγκμαν, ο Στίγκλιτζ, δηλαδή όχι κάποιοι ακραίοι αριστεροί οικονομολόγοι, αλλά μετριοπαθείς φιλελεύθεροι με τους πολιτικούς όρους της Αμερικής.
Προχωράω στη μελέτη σου για το συνταξιοδοτικό, που δημοσιοποίησες πρόσφατα (βλ. μια παρουσίαση στο criticalchallenger.wordpress.com). Προτείνεις κατάργηση των εισφορών, κρατική σύνταξη για όλους πάνω από 1.000 ευρώ και τριαντάωρο εργασίας. Νομίζω ότι ο αναγνώστης ξαφνιάζεται — ευχάριστα μάλλον, αλλά ξαφνιάζεται. Πώς ξεκίνησες και πώς τεκμηριώνεται η πρόταση;
Η αρχική ιδέα (όπως τη δημοσίευσα το 2010, σε ένα άρθρο στην τότε Ελευθεροτυπία) είχε δύο άξονες.
Πρώτον, ότι αν ισομερίσουμε τα λεφτά που δίνονται από τον κρατικό προϋπολογισμό για συντάξεις, αυτό θα αρκούσε για να παίρνει ο καθένας περίπου 1.200 ευρώ σύνταξη.
Δεύτερον, ότι πρέπει να καταργηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές και η δαπάνη να καλύπτεται εξολοκλήρου από το κράτος.
Όσο κι αν ακούγεται εκ πρώτης όψεως παράδoξο, η κατάργηση των εισφορών μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλασιαστικά θετικά αποτελέσματα στα κρατικά έσοδα, τα οποία θα μπορούν να καλύπτουν τις συντάξεις. Αυτή ήταν η ...αρχική ιδέα, που έχει εξελιχθεί έκτοτε. 
Η μεθοδολογία που εφαρμόζω προέρχεται από τον κριτικό ρεαλισμό, μια σχολή σκέψης στην οικονομική επιστήμη και στις φυσικές επιστήμες. Βασικοί εκπρόσωποί της είναι ο Τόνι Λώσον στα οικονομικά και ο Ρόι Μπάσκαρ, συνολικότερα στη φιλοσοφία της επιστήμης. Αυτή η σχολή, μια σχολή στρουκτουραλιστική, εξηγεί ότι αλλάζοντας τη δομή αλλάζεις τη συμπεριφορά του συστήματος.
Ανέπτυξα ένα μοντέλο προσομοίωσης και βλέποντας τη συμπεριφορά του μοντέλου άρχισα να διερευνώ πώς μπορεί να αναπληρωθεί αυτή η απώλεια των εισφορών από τον προϋπολογισμό. Αυτή τη στιγμή, τα 4 στα 10 ευρώ προέρχονται από τις εισφορές. Σε ένα σύστημα πλήρους κρατικής σύνταξης θα καταβληθούν από το κράτος, καθώς η κυκλοφορία χρήματος που θα δημιουργηθεί από την κατάργηση των εισφορών θα φέρει στο κράτος πόρους.
Πώς μπορεί να γίνει αυτό;
Σήμερα, στα 1.000 ευρώ ονομαστικό μισθό ο εργαζόμενος του ΙΚΑ παίρνει 840 περίπου.
Η επιχείρηση πληρώνει 1280.
Οι ασφαλιστικές εισφορές είναι λοιπόν περίπου 440 ευρώ.
Αν τις καταργήσεις, έχεις τρεις επιλογές για αυτά τα 440 ευρώ.
Η πρώτη είναι να δώσει το κράτος αυτά τα χρήματα στις επιχειρήσεις και να περιμένει να τα πάρει πίσω από τη φορολογία των κερδών∙ αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο, με βάση και τα λογιστικά εργαλεία που διαθέτουν οι επιχειρήσεις.
Η δεύτερη είναι να τα δώσει στους εργαζόμενους: θα ήταν μια αύξηση 50‑52%. Αυτό θα δημιουργούσε μια απότομη αύξηση της κατανάλωσης, ευπρόσδεκτη βέβαια από την πλευρά των εργαζομένων, αλλά με επιβάρυνση στο εμπορικό ισοζύγιο, που δεν τη θέλουμε, ειδικά σήμερα.
Και η μελέτη υποστηρίζει μια τρίτη επιλογή…
Η τρίτη λύση, που υποστηρίζω, είναι να δοθούν αυτά τα χρήματα στην εργασία, μειώνοντας τον χρόνο απασχόλησης και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας. Έτσι, για λιγότερη εργασία ο εργαζόμενος παίρνει τα ίδια χρήματα.
Προτείνω δηλαδή έναν συνδυασμό κατάργησης των Ασφαλιστικών Ταμείων και των εισφορών με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης από τις 40 στις 30 ώρες την εβδομάδα χωρίς μείωση μισθού. Έτσι, αν λόγω της μείωσης των ωρών εργασίας, ανά έξι εργαζόμενους (δηλαδή στις μισές σημερινές θέσεις εργασίας) προστεθεί ένας ακόμα, αυτό σημαίνει ότι θα δημιουργηθούν 500‑600.000 νέες θέσεις εργασίας, αμέσως.
Τα πολλαπλασιαστικά οφέλη θα είναι πολλαπλά. Πρώτα από όλα, θα δημιουργηθεί έξτρα κατανάλωση, και σε έναν ενάρετο κύκλο, θα δημιουργούνται, σταδιακά, επιπλέον θέσεις εργασίας. Επίσης, τα οφέλη είναι  σημαντικά στην ποιότητα εργασίας και ζωής για τους εργαζόμενους και στην παραγωγικότητα.
Όπως δείχνει το παράδειγμα της Σουηδίας, όπου το τριαντάωρο εφαρμόζεται πειραματικά και μελετάται, οι εργαζόμενοι είναι πιο ξεκούραστοι, απουσιάζουν λιγότερο, η παραγωγικότητα αυξάνεται. Αντίστροφα, θυμάμαι ένα πρόσφατο δημοσίευμα του left: οι μισθωτοί των 500 ευρώ έχουν πολύ λιγότερα κίνητρα να αποδώσουν, νιώθουν ότι δεν πληρώνονται για τις αξία της εργασίας τους∙ πολύ εύλογο. Είναι το αντίστοιχο παράδειγμα από την ανάποδη.
Όλο το μοντέλο αυτό που εισηγούμαι δημιουργεί μια αύξηση του ΑΕΠ σε ένα έτος μόνο γύρω στο 10% .
Οι συντάξεις θα πληρώνονται από την αύξηση του ΑΕΠ, και άρα και των εσόδων του κράτους και της φορολογίας.
Αυξάνεις την φορολογητέα ύλη, απλοποιείς πολύ το φορολογικό σύστημα συνολικά, επομένως μπορείς να προσδοκάς (είναι μετρήσιμο, και μπορούμε να τρέξουμε διάφορα σενάρια σ’ αυτό) ότι θα καλύψεις πολύ σύντομα 100% αυτή τη δαπάνη της ενιαίας σύνταξης.
Αυτό έχει σημασία και για άλλους τομείς της μη αμειβόμενης εργασίας του νοικοκυριού, του άνεργου που βοηθάει. Ας δούμε το παράδειγμα των αγροτών. Οι αγρότες πληρώνουν χαμηλές εισφορές και παίρνουν σύνταξη από τον ΟΓΑ που θεωρείται ουσιαστικά προνοιακός οργανισμός. Στο σύστημα που προτείνω δεν χρειάζεται ο ΟΓΑ: ο αγρότης θα πάρει την σύνταξη που παίρνουν όλοι. Και ο άνεργος, και ο υποαπασχολούμενος, όλοι.
Ακούγεται λίγο έξω από τα όρια της οικονομικής ηθικής που σήμερα έχουμε στον λογισμό μας, το ότι μπορεί να μη δουλέψεις ποτέ στη ζωή σου και θα πάρεις σύνταξη. Αλλά και αυτός που δεν δουλεύει ποτέ συμμετέχει στην οικονομία, συμβάλλει στην οικονομία.
Η σύνταξη είναι ένα δικαίωμα που πρέπει να έχει κάθε γενιά∙ και είναι δικαίωμα συλλογικό, όχι ατομικό.
Το ένα από τα βασικά στοιχεία της πρότασης είναι η κατάργηση των εισφορών. Εξήγησέ μας γιατί.
Σήμερα, σε κάθε νέα οικονομική δραστηριότητα (είτε πρόκειται για νέες επιχειρήσεις είτε κλασικές επιχειρήσεις είτε κάποιον που δουλεύει με μπλοκάκι είτε συνεταιρισμούς, ΚΟΙΝΣΕΠ) ένας από τους μεγαλύτερους και πιο άμεσους φραγμούς είναι οι ασφαλιστικές εισφορές.
Με το που ανοίγει η επιχείρηση, οι νέοι άνθρωποι δημιουργούν ένα χρέος: στο ΙΚΑ, στον ΟΑΕΕ κλπ. Και, φυσικά, το παρόν σύστημα ενισχύει την εισφοροδιαφυγή και την αδήλωτη εργασία.
Οι εισφορές είναι μια μορφή φορολογίας πάνω στην εργασία∙ η Eurostat, λ.χ., τις αντιμετωπίζει στατιστικά για όλες τις χώρες ως μέρος του συστήματος φορολογίας. Άμα υπολογίσουμε στην Ελλάδα τις εισφορές που πρέπει να θεωρήσουμε ως φορολογία στην εργασία –άσχετα αν λογίζονται ως εισφορές του εργοδότη συν την έμμεση φορολογία που επιβαρύνει γενικώς την εργασία (ΦΠΑ και έμμεσους φόρους), συν την φορολογία εισοδήματος– από την εργασία προέρχονται το 70‑80% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού.
Και, έτσι, φτάνουμε στον παραλογισμό να χρησιμοποιούμε το ΕΣΠΑ για να επιδοτούμε τις ασφαλιστικές εισφορές.
Εκεί πλέον έχουμε ξεφύγει από τα όρια, καθώς θα έπρεπε με το ΕΣΠΑ να γίνονται μακροχρόνιες επενδύσεις, διαρθρωτικές κλπ.
Και το δεύτερο είναι η μείωση του χρόνου εργασίας. 
Η μείωση του χρόνου εργασίας παίζει καθοριστικό ρόλο. Η μελέτη δείχνει ότι το 30ωρο θα δημιουργήσει 500.000 θέσεις εργασίας, απασχόληση, κυκλοφορία στην οικονομία, κάτι που καθιστά το νέο σύστημα άμεσα βιώσιμο.
Και θέλω να προσθέσω και μερικά αξιακά στοιχεία.
Το ένα έχει να κάνει με την ισορροπία της εργασίας με την υπόλοιπη ζωή μας: δεν δουλεύουμε σήμερα για να τα απολαύσουμε αργότερα, «στα γηρατειά». Το άλλο είναι ότι το παλιό «μοντέλο» (8 ώρες δουλεύουμε 8 ώρες «ψυχαγωγούμαστε» και 8 ώρες κοιμόμαστε) μπορεί να μετατραπεί σε ένα νέο σύστημα: 6 ώρες εργαζόμαστε, 6 ώρες ψυχαγωγούμαστε, 6 ώρες κοιμόμαστε και 6 ώρες συμμετέχουμε στα κοινά.
Νομίζω ότι είναι ένα σημαντικό στοίχημα για μια κυβέρνηση της Αριστεράς.
Θα σε ρωτήσω για ένα ειδικότερο ζήτημα, που έχει όμως την ιδιαιτερότητα και την ευαισθησία του: τα βαρέα και τα ανθυγιεινά.
Στο σύστημα που προτείνω δεν υπάρχουν «βαρέα και ανθυγιεινά» με την έννοια των αυξημένων εισφορών ή της πρόωρης συνταξιοδότησης.
Η λογική λέει ότι σε μια εργασία που είναι βαριά και ανθυγιεινή θα πρέπει να δουλεύεις λιγότερο. Το να λες ότι θα δουλέψω τώρα σκληρά και θα «απολαύσω» αρρώστιες στα γηρατειά, οπότε θα έχω ψηλότερη σύνταξη, ή θα βγω νωρίτερα στη σύνταξη δεν έχει νόημα. Πρέπει να δουλεύουν λιγότερο, ώστε η επιβάρυνση της εργασίας να εξισώνεται με το ισοδύναμο του εξάωρου.
Αυτό, προοπτικά, θα δώσει και κίνητρα στις επιχειρήσεις να καινοτομήσουν στη τεχνολογία, ώστε να εξασφαλίσουν συνθήκες οι οποίες δεν θα είναι βαριές και ανθυγιεινές. Τώρα καταβάλλονται μεγαλύτερες εισφορές, θα βγουν νωρίτερα και θα πάρουν μεγαλύτερη σύνταξη.
Έχει ένα παράλογο αυτό το σύστημα, δούλεψε τώρα για να απολαύσεις στα γηρατειά σου∙ δούλεψε πολύ, μην απολαύσεις τη ζωή σήμερα, να την απολαύσεις αν επιζήσεις.
Σε μια Ευρώπη, και σε έναν πλανήτη, που κινείται στον αστερισμό της λιτότητας και των περικοπών των κοινωνικών δαπανών η πρόταση αυτή μοιάζει «παράταιρη».
Έχουμε άλλα παραδείγματα διεθνώς;
Υπάρχει κατεξοχήν το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας, το παλιότερο μάλλον συνταξιοδοτικό σύστημα στον κόσμο, από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Οι επιδόσεις είναι εντυπωσιακές: κάλυψη πληθυσμού ηλικιωμένων 93%, εξάλειψη της φτώχειας στην τρίτη ηλικία, υψηλή αναπλήρωση εισοδήματος (ιδίως των χαμηλών) και το μικρότερο ποσοστό δημοσιονομικής επιβάρυνσης στον κόσμο (μικρότερο του 5%∙ ας σκεφτούμε ότι στην Ελλάδα είναι διπλάσιο).
Το σύστημα είναι εξαιρετικά απλό. Κάθε κάτοικος που πληροί κριτήρια διαμονής στη χώρα γα κάποια χρόνια δικαιούται σύνταξη από τον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς εισφορές.
H τελευταία απόπειρα εισαγωγής στοιχείων ανταποδοτικότητας (ανακεφαλαιοποιητικού συστήματος) απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα με συντριπτική πλειοψηφία 87%!
Κι αυτό παρότι δινόταν η υπόσχεση ότι με την αλλαγή θα αυξάνονταν οι συντάξεις.
Παράλληλα με την καθολική κρατική σύνταξη (ύψους περίπου 1.200 ευρώ), η Νέα Ζηλανδία έχει, σε εθελοντική βάση, ένα επικουρικό σύστημα κεφαλαιοποιητικής λογικής: με βάση αυτά που δίνεις παίρνεις μια επικουρική σύνταξη. Το ενδιαφέρον είναι ότι σε αυτό μετέχουν μόνο οι μισοί μισθωτοί, οι υπόλοιποι καλύπτονται μόνο από την κρατική σύνταξη. Ανάλογο είναι και το μοντέλο της Ιρλανδίας.
Σ’ αυτές τις χώρες βλέπουμε, ότι  αντί να έχουμε 40% αναπλήρωση του εισοδήματος στα χαμηλά εισοδήματα έχουμε 80%. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί, με την κατεύθυνση του συστήματος στην Ευρώπη, σήμερα ο εργαζόμενος των 700 ευρώ θα προσδοκά μια σύνταξη των 300‑400 ευρώ.
Ένα τέτοιο σύστημα έχει εντονότερο το στοιχείο της διαγενεακής αλληλεγγύης.
Δεν πληρώνει μόνο η επόμενη γενιά τις συντάξεις της προηγούμενης. Το επίπεδο των συντάξεων συνδέεται και με το επίπεδο της οικονομίας που η προηγούμενη κληρονόμησε στην επόμενη. Διότι αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα επιλογών που έγιναν σε βάθος χρόνου (επενδύσεις σε υποδομές, στην παιδεία, την έρευνα, την υγεία, το περιβάλλον κ.ο.κ.).
Αν υποθέσουμε ότι εφαρμόζεται η πρόταση που εισηγείσαι, με ποιον τρόπο θα γίνει η μετάβαση;
Δεν μπορείς να πας αμέσως σε μια κρατική σύνταξη των 1000‑1200 ευρώ. Πρέπει να αρχίσεις να ανεβάζεις σταδιακά τη χαμηλή σύνταξη χωρίς να θίγεις τις υψηλότερες.
Και όπως φεύγουν οι ψηλότερες συντάξεις από το σύστημα (λόγω της βιολογικής έκλειψης των δικαιούχων), οι νέες συντάξεις θα μπαίνουν στα κατώτερα κλιμάκια ώστε να συγκλίνουν σε μια σύνταξη που θα κυμαίνεται στα 1.000‑1.200 ευρώ σε ένα διάστημα 5 έως 8‑10 χρόνων.
Μια (θετική) ιδιομορφία τουλάχιστον της μελέτης και των δεδομένων που έχω είναι ότι αυτό το σύστημα φαίνεται να αποδίδει και με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 1%. Γιατί, όπως έχει τονίσει και ο Σάββας Ρομπόλης, όλες οι λύσεις που προτείνονται αφορούν την παραμετροποίηση στο παρόν σύστημα, απαιτούν ρυθμούς ανάπτυξης 2,5‑3% σε ορίζοντα 30 ετών — κάτι που δεν είναι ρεαλιστικό. Επίσης, όπως επισημαίνει ο ίδιος, και είναι σημαντικό, δεν μπορείς να προσδοκάς ότι η οικονομική μεγέθυνση θα δημιουργήσει αντίστοιχη αύξηση στην απασχόληση, άρα δεν μπορείς να προσδοκάς από την οικονομική μεγέθυνση ότι θα λύσεις το πρόβλημα της ανεργίας. Πρέπει να πας σε άλλου είδους διαρθρωτικές αλλαγές, με βασική τη μείωση του χρόνου εργασίας – αξιοποιώντας την τεχνολογική πρόοδο.
Προφανώς θα υπάρχει ένα κόστος μετάβασης γιατί θα εξακολουθήσει να πληρώνει υψηλές συντάξεις. Όμως, μπορείς να διαπραγματευτείς τη χρηματοδότηση της μετάβασης, καθώς έχεις σαφή και μετρήσιμα αποτελέσματα να δείξεις. Έχεις επίσης αρκετές παραμέτρους να θέσεις στο διάλογο τόσο με τους δανειστές όσο και με τις παραγωγικές δυνάμεις.
Και η τελευταία ερώτηση: Είναι μια μελέτη που αφορά το απώτερο μέλλον ή μπορεί να εφαρμοστεί πολύ σύντομα;
Η κοινωνική συμμαχία που μπορεί να στηρίξει αυτό το σύστημα υπάρχει. Είναι οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μικρές επιχειρήσεις, οι άνεργοι, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που θα δουλεύουν λιγότερο.
Μπορεί να εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2016. Και νομίζω ότι επειδή στην κοινωνία έχει ωριμάσει πάρα πολύ κάτι τέτοιο, θα είναι η πρόταση που θα έχει τις λιγότερες αντιδράσεις.
Οι μόνοι που θίγονται είναι οι υψηλοσυνταξιούχοι, στον βαθμό που οι δανειστές θα πιέσουν προς αυτό, θα ζητήσουν να κοπούν οι ψηλές συντάξεις από τώρα, και όχι σταδιακά (εκεί μπορείς να θέσεις ζητήματα ανταποδοτικότητας, αν δηλαδή πραγματικά έχουν δοθεί οι αντίστοιχες εισφορές ή οι υψηλές συντάξεις είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών).
Η ιστορική εμπειρία έχει δείξει, και το γράφει και το πόρισμα της επιτροπής, ότι δεν υπάρχει τίποτα στον νόμο που να εγγυάται τη σύνταξή σου. Σε όλα τα άλλα συστήματα δεν υπάρχει τρόπος να υπολογίσεις την σύνταξη που θα πάρεις γιατί εξαρτάται πάρα πολύ από την ανεργία, την απασχόληση, ενώ το προτεινόμενο σύστημα παράγει απασχόληση και μπορεί να λειτουργήσει και αντικυκλικά: το κράτος να αποφασίσει ότι όταν υπάρχει ύφεση θα αυξήσει τη συνταξιοδοτική δαπάνη∙ και αυτό ας το σκεφτούμε και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Από το tvxs

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Σταθερά στον πάτο της Ευρώπης

ellada-eu.jpg

Σημαίες Ελλάδας- Ε.Ε.Οπως προειδοποιεί η έκθεση, το υψηλό ποσοστό ανενεργών νέων θα απειλήσει μακροπρόθεσμα με αποσταθεροποίηση τη χώρα | dreamstime
Τις χειρότερες επιδόσεις σε όρους κοινωνικής δικαιοσύνης μεταξύ των 28 χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης παρουσιάζει και φέτος η Ελλάδα.
Οπως αποκαλύπτει σχετική έκθεση του Ιδρύματος Bertelsmann, η χώρα μας έχει -όπως και πέρυσι- τον χειρότερο βαθμό μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. στον Δείκτη Κοινωνικής Δικαιοσύνης.
Ο δείκτης αυτός εξάγεται βάσει των επιδόσεων μιας χώρας σε 6 πεδία κοινωνικής δικαιοσύνης (αποτροπή φτώχειας, πρόσβαση στην εκπαίδευση, πρόσβαση στην αγορά εργασίας, υγεία, δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών, κοινωνική συνοχή και αντιμετώπιση των διακρίσεων).
Είναι χαρακτηριστικό ότι στα πέντε από αυτά τα έξι πεδία η Ελλάδα εμφάνισε επίδοση που την κατέτασσε σε μία από τις τελευταίες πέντε θέσεις μεταξύ των «28», ενώ σε τρία από αυτά (πρόσβαση στην αγορά εργασίας, κοινωνική συνοχή και αντιμετώπιση διακρίσεων, δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών) κατείχε την τελευταία θέση.

Καταστροφή

Γράφημα για την ελληνική οικονομία στην Ε.Ε.ΕΦ.ΣΥΝ.
Η έκθεση του γερμανικού ιδρύματος διαπίστωσε ότι τόσο η οικονομική κρίση όσο και τα μέτρα των πακέτων διάσωσης είχαν καταστρεπτικές επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία, μεγέθυναν φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό και επιδείνωσαν τα υπάρχοντα κοινωνικά προβλήματα.
Ετσι το ποσοστό του πληθυσμού που απειλείται με φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό συνέχισε να αυξάνεται και πέρυσι, αγγίζοντας το 36%.
Το αντίστοιχο ποσοστό στα παιδιά φτάνει το 36,7%. Το ποσοστό των παιδιών που ζει πια σε συνθήκες σοβαρών υλικών στερήσεων φτάνει το 23,8%, υπερδιπλάσιο αυτού το 2007 (9,7%).
Οι περικοπές επιδείνωσαν ακόμη υπηρεσίες και ποιότητα της υγειονομικής φροντίδας.
Εξίσου δραματική όμως είναι η κατάσταση στην εγχώρια αγορά εργασίας. Η Ελλάδα πήρε τον χειρότερο βαθμό μεταξύ των 28 χωρών στο πεδίο πρόσβασης στην αγορά εργασίας.
Το 2014 μόλις το 49,4% των Ελλήνων που βρίσκονται σε ηλικία που μπορούν να εργαστούν δούλευε, 12% λιγότεροι σε σχέση με το 2008.
Οι Ελληνες ηλικίας 55-64 ετών εμφανίζουν το χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης στην Ε.Ε. Μόλις το 34% αυτών είχε δουλειά πέρυσι.
Ακόμη, η Ελλάδα είχε πέρυσι ποσοστό ανεργίας 26,7%, το υψηλότερο στην Ε.Ε., και περίπου 19 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο απ’ ό,τι το 2008.
Το ποσοστό των μακροχρόνια άνεργων Ελλήνων προσέγγισε πέρυσι το 19,5% από 3,7% το 2008. Είναι το υψηλότερο στην Ε.Ε.
Αυτοί οι μακροχρόνια άνεργοι απειλούνται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Ελληνα με φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό.
Τα πράγματα είναι εξίσου άσχημα και για τους νέους, αφού η ηλικιακή ομάδα 18-24 ετών εμφανίζει ανεργία 52,4%, από τις υψηλότερες στην Ε.Ε.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η ραγδαία αύξηση της ανεπιθύμητης προσωρινής απασχόλησης. Το 86,3% των Ελλήνων που εργάζεται σε θέσεις προσωρινής απασχόλησης δεν μπορούσε να βρει σταθερή δουλειά.

Ανισότητα

Γυναίκα ζητιανεύει στην ΑθήναEUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ
Η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία μεταξύ των 28 και στο πεδίο της κοινωνικής συνοχής και της αντιμετώπισης των διακρίσεων.
Μεταξύ των κριτηρίων που εξετάζονται σ’ αυτό το πεδίο είναι και ο συντελεστής Gini –που μετρά την εισοδηματική ανισότητα.
Η επίδοση που εμφανίζει η Ελλάδα σε αυτόν τον δείκτη την κατατάσσει 24η. Με δυο λόγια, εμφανίζει το 5ο χειρότερο επίπεδο στην Ε.Ε.
Ενδεικτικό είναι επίσης ότι η Ελλάδα εμφανίζει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό νέων στην Ε.Ε. που δεν εργάζεται ούτε σπουδάζει.
Συγκεκριμένα, το 28,4% των Ελλήνων 20-24 ετών δεν σπουδάζει, δεν εκπαιδεύεται, δεν εργάζεται.
Αν το πρόβλημα παραμείνει άλυτο, τότε -όπως προειδοποιεί η έκθεση- αυτό το υψηλό ποσοστό ανενεργών νέων θα απειλήσει μακροπρόθεσμα με αποσταθεροποίηση τη χώρα.
Από την ΕφΣυν