Τρίτη 19 Μαΐου 2015

Στίγκλιτς: Αν ήμουν η Ελλάδα θα προχωρούσα σε Grexit

Το λάθος

13:41 | 19 Μάιος. 2015
Τελευταία ανανέωση 15:04 | 19 Μάιος. 2015
Την εκτίμηση ότι το Grexit είναι η μόνη επιλογή της Ελλάδας, αν η Γερμανία και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί  δεν αλλάξουν το «αποδεδειγμένα καταστροφικό» πρόγραμμα λιτότητας που της έχουν επιβάλει, έκανε ο νομπελίστας Οικονομολόγος  Τζόζεφ Στίγκλιτς.
«Αν η Γερμανία και οι υπόλοιποι εταίροι της Ελλάδας αρνηθούν να αλλάξουν το πρόγραμμα που έχει αποδειχτεί λάθος δεν υπάρχει εναλλακτική για την Ελλάδα. Ναι, θα προχωρούσα σε Grexit», ήταν η απάντηση του αναγνωρισμένου οικονομολόγου στην ερώτηση «τι θα έκανε αν βρισκόταν στη θέση της Ελλάδας» που η δημοσιογράφος του Bloomberg του έκανε.
«Τα μοντέλα της ΕΚΤ του ΔΝΤ, του Βερολίνου, των δανειστών, αποδείχθηκαν καταστροφή. Βγάζουν προβλέψεις επί προβλέψεων της αποτυχίας Θα πάρετε μηδέν αν προτείνετε τέτοιο μοντέλο πρόγραμμα λέω στους φοιτητές μου. Απέτυχαν να προβλέψουν την κρίση του 2008 με αυτά τα μοντέλα, δεν διδάχθηκαν», σχολίασε ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και κάλεσε την Γερμανία να παραδεχτεί την τοξικότητα της λιτότητας και να αλλάξει πορεία. «Εάν η Γερμανία αρνηθεί να αλλάξει το πρόγραμμα δεν υπάρχει διέξοδος. Να παραδεχθούν ότι η λιτότητα δεν δουλεύει και να αλλάξουν ρότα. Δημιουργούν ένα τοξικό μείγμα», συνέχισε.
«Έριξα μια ματιά στις μακροοικονομικές μεταρρυθμίσεις που έχει κάνει η Ελλάδα. Εντυπωσιακές. Από την άλλη μεριά όμως, αν η οικονομία σου καταρρέει ως αποτέλεσμα της λιτότητας, γιατί αν είμαστε ειλικρινείς, η λιτότητα ήταν εκείνη που βύθισε την ελληνική οικονομία, δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια», διεμήνυσε ο Στίγκλιντς μιλώντας στην τηλεόραση του αμερικανικού δικτύου.
Από την συζήτηση δεν έλειψε και η επιμονή της ελληνικής κυβέρνησης στις «κόκκινες γραμμές» της. Ο νομπελίστας δήλωσε πως μολονότι είναι οικονομολόγος και όχι πολιτικός, «η Ελλάδα έχει διαπραγματευτεί με καλή πίστη και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απόλυτο δίκιο». «Το πρόγραμμα το οποίο επιβλήθηκε στην Ελλάδα το 2010 ήταν καταστροφή. Ως οικονομολόγος, όταν το είδα αρχικά είπα "αυτό δεν πρόκειται να λειτουργήσει"», είπε και πρόσθεσε πως κάνει πλάκα με τους μαθητές του στο πανεπιστήμιο με τα νούμερα που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία.
Τέλος, ερωτηθείς ποιος αναμένεται να χάσει και ποιος να κερδίσει από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Αθήνας - πιστωτών, ο γνωστός οικονομολόγος επεσήμανε τον κίνδυνο «να χάσουν όλοι».
Από το tvxs

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΜΑΣ;
Μετά από αρκετό ψάξιμο κατάληξα να πιστεύω πως οι κύριες αιτίες του χρέους   είναι οι παρακάτω:
( Δεν είναι καθόλου τυχαίο που δεν έχει γίνει εκτεταμένη συζήτηση γύρω από αυτό το ζήτημα)

1          Φορολογία των Α.Ε. είχε μειωθεί από 45%, που ήταν το1993, στο 20% το 2008.
2.        Η φοροδιαφυγή, νόμιμη και παράνομη, των υψηλών εισοδημάτων κυμαινόταν (και  κυμαίνεται) σε πολύ υψηλά επίπεδα.
3.       Τα μεγάλα δημόσια έργα υπερκοστολογούνταν δύο και τρεις φορές υπέρ των «εθνικών» εργολάβων.
4.       Η φορολογία του κεφαλαίου στη χώρα μας κυμαίνεται στο 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. 
5.        Πλήθος επιχειρηματιών όφειλαν μεγάλα ποσά στην εφορία και στα ασφαλιστικά ταμεία, το κράτος όμως τους παρείχε φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα για να συνεχίσουν την «επιχειρηματική» τους δραστηριότητα.
6.       Οι υπέρογκες εξοπλιστικές δαπάνες,  (τα χρήματα αυτά πήγαιναν και πάνε στους εταίρους μας που τώρα μας μαλώνουν για την κακή διαχείρισή μας!),
7.       Σ τους ολυμπιακούς αγώνες – τεράστια σπατάλη. Ακόμα δεν γνωρίζουμε πόσο κόστισαν!
8.       Η μη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματός μας (πριν την ένταξη στο ευρώ η χώρα υποτιμούσε κάθε εφτά, περίπου, χρόνια το νόμισμά της για λόγους ανταγωνιστικότητας. Τα Πρώτα δέκα χρόνια το ευρώ, το «εθνικό» μας νόμισμα, ανατιμήθηκε σε σχέση με το δολάριο πάνω από 60% με αποτέλεσμα ακόμη και τα κρεμμύδια μας να μην είναι ανταγωνιστικά).
9.       Η διεθνής οικονομική κρίση(πτώση της κατανάλωσης κ.α.) και το πώς και πόσο υπονόμευσε την έτσι ή αλλιώς εύθραυστη και εξαρτημένη οικονομία της χώρας.
10.    Το ενεργειακό κόστος, που συνιστά πραγματικά οικονομική αιμορραγία, δίχως να ασχολείται ουδείς σοβαρά με αυτό το ζήτημα!
11.    Η διαφθορά που κανένας πολιτικός δεν τόλμησε να αντιμετωπίσει!!!
12.    Τα θαλασσοδάνεια (βλέπε το σκάνδαλο του ΤΤ, που βρίσκεται στη δικαιοσύνη, και τα δάνεια των ΜΜΕ κ.α.)                                                                                                                                              Οι μεγαλοκεφαλαιούχοι όλο και λιγότερους φόρους καταβάλουν, με πρόσχημα τις επενδύσεις. Έτσι συμβάλουν καθοριστικά στην αύξηση του δημόσιου χρέους. Κατόπιν δανείζουν το κράτος και κερδίζουν για δεύτερη φορά!

Η οικονομική ελίτ σε συνεργασία με την πολιτική ελίτ καταλήστευσε το δημόσιο και κοινωνικό πλούτο (βλέπε και το βιβλίο του Στ. Λυγερού «Από την κλεπτοκρατία στη χρεωκοπία»).

Εδιναν λάθος στοιχεία στο ΔΝΤ

lagarde-630.jpg

Η «σιδηρά κυρία» του ΔΝΤΜείωση ακόμα και στην κατώτατη σύνταξη ζητούν οι θεσμοί | AP Photo/Jose Luis Magana
Σε τρεις ψευδείς αναφορές στηρίζεται η πίεση του ΔΝΤ για μείωση των συντάξεων, όπως σαφώς αναγράφεται σε κείμενο του ΔΝΤ που προσυπογράφει ο πολύς Πολ Τόμσεν. Λαμβάνει έτσι διαστάσεις εξαπάτησης η θεώρηση των δανειστών μας για το θέμα του ασφαλιστικού, με το ΔΝΤ αυτή τη φορά να δείχνει ότι έχει στρεβλά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι δήθεν η Ελλάδα «σκορπά» χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό για τη διάσωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης…
Ούτε λίγο ούτε πολύ από τη θεώρηση του ΔΝΤ που αποκαλύπτει σήμερα η «Εφ.Συν.»προκύπτει εναργώς πώς χρησιμοποιήθηκαν οι αριθμοί από τους Ελληνες υπουργούς των μνημονιακών κυβερνήσεων προκειμένου να πείσουν τους τεχνοκράτες της τρόικας ότι το μόνο πρόβλημα είναι οι μισθοί και οι συντάξεις και έτσι να στρέψουν τις αποφάσεις στην κατεύθυνση της μείωσής τους.
Οπως αποκαλύπτει σήμερα η «Εφ.Συν.», οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ ζητούν μειώσεις στις συντάξεις (ακόμη και της κατώτατης των 486 ευρώ!) στηριζόμενοι σε τρεις ψευδείς παραδοχές που δεν μπορεί παρά να τους έχουν μεταφέρει βέβαια συγκεκριμένοι Ελληνες υπουργοί οι οποίοι χειρίζονταν τις διαπραγματεύσεις για το ασφαλιστικό.
Αναλυτικότερα οι ψευδείς παραδοχές όπου στηρίζεται το ΔΝΤ για να ζητά επιτακτικά τη μείωση των συντάξεων είναι οι εξής:
♦ Πολύ υψηλές συνταξιοδοτικές δαπάνες. Σε επίπεδο αριθμών οι Ελληνες μνημονιακοί διαπραγματευτές έχουν πείσει τους δανειστές μας ότι η Ελλάδα για την κάλυψη του ελλείμματος των συντάξεων χορηγεί μέσω του κρατικού προϋπολογισμού το 9% του ΑΕΠ της, ενώ η Γερμανία δίνει μόλις το 3% του ΑΕΠ.
Το αληθές είναι ότι στην Ελλάδα του περίπου 40% της ανασφάλιστης εργασίας, δίδεται για κάλυψη ελλειμμάτων το 4,45% του ΑΕΠ, όταν στη Γερμανία για την κάλυψη των ελλειμμάτων του συνταξιοδοτικού συστήματος δίδεται το 3%. Αυτό σημαίνει ότι η διαφορά της Γερμανίας (του περίπου 2% της ανασφάλιστης εργασίας) και της Ελλάδας βρίσκεται στο 1,45%. Επίσης συνολικά η Ελλάδα πράγματι δαπανά περί το 9% του ΑΕΠ για συνταξιοδοτικές δαπάνες, ωστόσο το 4,55% αποτελεί τη θεσμοθετημένη (άρθρο 22 Ν. 2084/1992 και άρθρο 4 Ν. 3029/2002) τριμερή χρηματοδότηση. Ωστόσο και η Γερμανία χορηγεί το 6,9% του κρατικού προϋπολογισμού προς το συνταξιοδοτικό της σύστημα.
Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
Παραπλανητικές οι αναφορές των προηγούμενων κυβερνήσεων στο ΔΝΤ
♦ Το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα γενναιόδωρο διότι η πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης και η περίοδος συνταξιοδότησης είναι χαμηλά, ενώ οι συνταξιούχοι λαμβάνουν σύνταξη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και η ελάχιστη σύνταξη είναι υψηλή.
Ουδέν ψευδέστερον τούτου αναφέρουν οι αριθμοί που πιθανότατα έχουν αποκρυβεί από τους δανειστές μας. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην Ελλάδα η ηλικία συνταξιοδότησης για τους άνδρες είναι 63 ετών και για τις γυναίκες είναι 59 ετών. Στη Γερμανία για τους άνδρες είναι 63 ετών και για τις γυναίκες είναι 61 ετών.

Λόγω μνημονίων...

Σύμφωνα με τα στοιχεία, για την Ελλάδα η μέση χρονική διάρκεια εργασιακού βίου είναι 32 έτη (36 για τους άνδρες και 28 για τις γυναίκες) και για τη Γερμανία είναι 37,5 έτη (40 για τους άνδρες και 35 για τις γυναίκες). Ωστόσο για την Ελλάδα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο της κρίσης 2010-2014, υπήρξε γενικευμένη αποχώρηση από την εργασία λόγω των μνημονίων.
Επίσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι οι Ελληνες θα πάρουν κατά μέσο όρο 5 έτη περισσότερο σύνταξη από τους Γερμανούς, δεδομένου ότι η πραγματική μέση ηλικία συνταξιοδότησης στην Ελλάδα είναι 62 ετών και στη Γερμανία 64 ετών.
♦ Οι μηνιαίες συντάξεις στην Ελλάδα και τη Γερμανία είναι παρόμοιες, ενώ οι μισθοί στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλότεροι.
Η ψευδεπίγραφη αυτή θεώρηση στηρίζεται στην παραποίηση των αριθμών, αφού το ΔΝΤ θεωρεί ότι για 35 έτη εργασίας στην Ελλάδα η σύνταξη που καταβάλλεται αντιστοιχεί στις 2 ¾ φορές περισσότερο από τις καταβαλλόμενες εισφορές. Το αληθές είναι ότι για 35 έτη εργασίας και ασφάλισης και συνταξιοδότησης στο 67ο έτος ηλικίας η σύνταξη που αναλογεί αντιστοιχεί σε 1 ¼ των καταβαλλόμενων εισφορών.
Από την Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Έγγραφο ΔΝΤ: Χωρίς συμφωνία η Ελλάδα δεν πληρώνει τον Ιούνιο

Στο Φως

14:51 | 16 Μάιος. 2015
Τελευταία ανανέωση 19:46 | 16 Μάιος. 2015
«Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία οι ελληνικές αρχές δεν θα έχουν τη δυνατότητα να αποπληρώσουν στο σύνολό της τη δόση του Ιουνίου στο ΔΝΤ». Αυτό αναφέρεται σε εσωτερικό έγγραφο του ΔΝΤ που αποκαλύπτει ο δημοσιογράφος Πολ Μέισον του Channel 4. Επίσης καταγράφονται οι μεγάλες διαφορές που έχουν οι δανειστές μεταξύ τους με το ΔΝΤ να επισημαίνει τη μη βιωσιμότητα του χρέους και πως έχει παρατηρηθεί «αντίστροφη σχέση μεταρρυθμίσεων και βιωσιμότητας του χρέους».
Οι συνολικές υποχρεώσεις της χώρας προς το ΔΝΤ για τον Ιούνιο ανέρχονται σε 1,5 δις ευρώ και η αποπληρωμή τους ξεκινάει στις 5 Ιουνίου. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται πως υπάρχει πρόοδος στις διαπραγματεύσεις σχετικά με το ΦΠΑ, τους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς και την απλοποίηση των διαδικασιών αναδιάρθρωσης και πτώχευσης των ελληνικών επιχειρήσεων.
Επίσης στο έγγραφο ως τα «αγκάθια» των διαπραγματεύσεων παρουσιάζονται «το συνταξιοδοτικό και η επαναπρόσληψη των δημόσιων υπαλλήλων». Ακόμη καταγράφονται οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των τριών θεσμών Κομισιόν, ΕΚΤ και ΔΝΤ, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κατάρρευση των διαπραγματεύσεων. Στο έγγραφο, αναφέρει ο Πολ Μέισον, οι Ευρωπαίοι εμφανίζονται να αναζητούν μια «επιφανειακή» λύση (μπαλώματα), ενώ το ΔΝΤ αντιτίθεται στο «γρήγορο και βρωμικό» αποτέλεσμα,  όπως το αποκαλεί.
«Έχει διαπιστωθεί πως υπάρχει μια αντίστροφη σχέση μεταξύ των μεταρρυθμίσεων και της βιωσιμότητας» τους χρέους, αναφέρεται. Ο Πολ Μέισον σημειώνει πως αυτό μεταφράζεται ως εξής: «Όσο περισσότερη λιτότητα απαιτούν οι Ευρωπαίοι, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα η Ελλάδα να χρεοκοπήσει αδυνατώντας να αποπληρώσει το χρέος της. Το ΔΝΤ σε αντίθεση με την Κομισιόν δεν μπορεί να υπογράφει για ένα σχέδιο λιτότητας που θα φέρει τη χρεοκοπία».
Όπως γράφει ο Πολ Μέισον, τα στενά χρονικά περιθώρια και η αυξανόμενη ένταση μεταξύ του ΔΝΤ και των ευρωπαίων δανειστών αναδεικνύουν τη σύνοδο κορυφής της επόμενης εβδομάδας στη Ρίγα ως την τελευταία ευκαιρία για να επιτευχθεί μια συμφωνία με την Ελλάδα και να πληρωθούν οι δόσεις στο ΔΝΤ τον Ιούνιο.
Το έγγραφο
Από το tvxs

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Η σχιζοφρενική... αποθέωση των πολιτικών λιτότητας

astegos.jpg

Η σχιζοφρενική... αποθέωση των πολιτικών λιτότηταςΗ Ελλάδα που ήταν ο καλύτερος μαθητής της Ε.Ε., της ΕΚΤ και του ΔΝΤ, σήμερα βρίσκεται σε δραματική κοινωνική και οικονομική κατάσταση | EUROKINISSI-ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ
«Σχιζοφρένεια και κυνισμό» αποτελεί η εμμονή των θεσμών στις αναποτελεσματικές πολιτικές λιτότητας στην Ελλάδα, τονίζει ο Βέλγος οικονομολόγος Ολιβιέ Μπουφόν.
Σε χθεσινή συνέντευξή του στη διαδικτυακή τηλεόραση του ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Μπουφόν παρατήρησε ότι όλες οι μελέτες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν για τις πολιτικές λιτότητας που εφαρμόστηκαν στον πλανήτη την τελευταία πενταετία έδειξαν παντελή αποτυχία. Σημείωσε ακόμη οι χώρες του Τρίτου Κόσμου που εφάρμοσαν νωρίτερα, για περισσότερα από 20 χρόνια, ανάλογες πολιτικές είχαν καταστροφικά αποτελέσματα σε κοινωνία, οικονομία και στον δανεισμό τους. Οσο μεγαλύτερη λιτότητα εφάρμοσαν τόσο περισσότερο αυξήθηκε το χρέος τους.
Μια τέτοια περίπτωση είναι, σύμφωνα με τον οικονομολόγο, και η Ελλάδα, «η ευρωπαϊκή χώρα που εφάρμοσε με τον πιο επιθετικό και βίαιο τρόπο τις πολιτικές λιτότητας... Η Ελλάδα ήταν ο καλύτερος μαθητής της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ. Σήμερα βρίσκεται σε δραματική κοινωνική και οικονομική κατάσταση ενώ το χρέος της έχει εκραγεί. (...) Η προσπάθεια συνέχισης της πολιτικής αυτής από την πλευρά των πιστωτών δεν έχει καμία λογική βάση, υπάρχει ένα είδος σχιζοφρένειας και κυνισμού, είναι απαράδεκτη κατάσταση από μέρους των θεσμών».
Ο Μπουφόν υπενθύμισε ότι Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ΔΝΤ έχουν εκπονήσει πολλές εκθέσεις στις οποίες παραδέχονται πια ότι γνώριζαν πως οι πολιτικές που ζητούσαν από την Ελλάδα δεν θα έφερναν αποτέλεσμα. «Επαναλάμβαναν χρόνο με τον χρόνο, μήνα με τον μήνα ότι δυστυχώς κάναμε λάθος, όμως το μόνο πράγμα που έπρατταν ήταν να ζητούν την εφαρμογή της ίδιας πολιτικής.(…) Πρόκειται για κυνισμό και σχιζοφρένεια να τα βάζουν με έναν λογικό οικονομολόγο όπως ο Γ. Βαρουφάκης, αλλά και πληθώρα άλλων οικονομολόγων που βλέπουν ότι η κατάσταση είναι δραματική».
Από την πλευρά του ο Romaric Godin στο χθεσινό του άρθρο για την τελευταία συνεδρίαση του Eurogroup στη γαλλική «La Tribune» δηλώνει ιδιαίτερα επιφυλακτικός για τις πραγματικές προθέσεις των πιστωτών. Παρατηρεί ότι η Ελλάδα κάνει διαρκώς υποχωρήσεις οι οποίες κρίνονται από τους πιστωτές ανεπαρκείς και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ζητούμενο για τους τελευταίους είναι τελικά μια άνευ όρων συνθηκολόγηση της ελληνικής κυβέρνησης. Πίσω από αυτήν υπάρχει εμφανώς μια πολιτική σκοπιμότητα, η αποτυχία της συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξάρτητων Ελλήνων, προκειμένου να υπάρξει μια νέα συνεργασία μεταξύ της πιο μετριοπαθούς μερίδας του ΣΥΡΙΖΑ και της φιλομνημονιακής μερίδας του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού. Αποψη που, όπως υπενθυμίζει, εκφράστηκε τον περασμένο μήνα στους «Financial Times» από αξιωματούχο που παρακολουθεί στενά τις διαπραγματεύσεις.
Πάντως η οικονομική ιστορία είναι περισσότερο ξεκάθαρη ως προς τα γεγονότα και διαλύει τον υπερβολικό φόβο ενός Grexit με τον οποίο εκβιάζουν εδώ και χρόνια τον ελληνικό λαό οι πιστωτές. Σύμφωνα με σχετικό άρθρο του επικεφαλής οικονομολόγου τής Oxford Economics, Aνταμ Σλάτερ, στις 70 περιπτώσεις αποχώρησης χωρών από νομισματικές ενώσεις μετά το 1945, πάνω από τα 2/3 αυτών εμφάνισαν θετική ανάπτυξη ενώ μόνο μια μικρή μειοψηφία υπέστη μεγάλες απώλειες στο ΑΕΠ. Ο Σλάτερ πιστεύει ότι μετά την έξοδό της από το ευρώ η Ελλάδα θα επωφελούνταν τόσο από τη νομισματική χαλάρωση όσο και από την πιο χαμηλή ισοτιμία. Υπάρχει ρίσκο αλλά με πιθανό θετικό αποτέλεσμα αν το Grexit οργανωθεί σωστά - η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι θα μπορούσαμε να δούμε μια πολύ μικρότερη αρχική συρρίκνωση απ’ ό,τι εκτιμάται, σημειώνει.
Από την Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

Από τον «έντιμο» στον «αναγκαίο» συμβιβασμό

10:09 | 10 Μάιος. 2015
Χρήστος Χατζηιωσήφ
Έντιμος, πολιτικός, αναγκαίος συμβιβασμός. Η διολίσθηση του χαρακτηρισμού του επιδιωκόμενου στόχου στον λόγο της κυβέρνησης και τους τίτλους του ελληνικού Τύπου εκφράζει τη μετάπτωση της συλλογικής ψυχολογίας από την αποφασιστικότητα στην αβεβαιότητα και από την αβεβαιότητα στην παραίτηση. Πάνω από τρεις μήνες παρακολουθούμε μια παράσταση που την αποκαλούν «διαπραγμάτευση» ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους δανειστές της και η οποία δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία των διεθνών σχέσεων. Η πρωτοτυπία της έγκειται σε δύο στοιχεία. Πρώτον, εκτυλίσσεται ταυτόχρονα στις κλειστές συνεδριάσεις των διαπραγματευτικών ομάδων και στα ΜΜΕ, τα οποία δεν αναπαράγουν απλώς τις ειδήσεις αλλά χρησιμοποιούνται από πολλές πλευρές, σε πρωτόγνωρο βαθμό, για να παρέμβουν στις διαπραγματεύσεις. Δεύτερον, για πρώτη φορά στην ιστορία της ευρωπαϊκής διπλωματίας η γλώσσα είναι τόσο λίγο διπλωματική. Οι ανοικτοί εκβιασμοί, οι ύβρεις, ο ακραίος εθνικισμός και οι ρατσιστικές προσβολές είναι στην ημερήσια διάταξη όχι μόνο στα ΜΜΕ, αλλά και –από ό,τι διαρρέει– και μέσα στις αίθουσες των συνεδριάσεων. Ο αρχικά επιδιωκόμενος «έντιμος συμβιβασμός» δεν μπορούσε ποτέ να υπάρξει, γιατί προϋπέθετε έντιμη διαπραγμάτευση. Και κάτι τέτοιο δεν υπήρξε σε καμία φάση.
Ο παρατηρητής που δεν διαθέτει έγκυρη πληροφόρηση και δεν θέλει να συστοιχηθεί με όσους φωνασκούν ζητώντας άμεση αποδοχή των όρων των δανειστών, αλλά ούτε συμμερίζεται την αισιοδοξία των λιγοστών ΜΜΕ που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία προκειμένου να εκφράσει άποψη. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, έχουν γίνει εμφανείς κάποιες καταστάσεις και κάποιοι συσχετισμοί, που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε προκειμένου να κατανοήσουμε αφενός το τι συνέβη και αφετέρου το πώς διαγράφεται η επόμενη μέρα της ελληνικής πραγματικότητας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έχει γίνει εντελώς σαφές ότι το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης –είτε υπάρξει συμφωνία είτε επέλθει ρήξη– θα απέχει πολύ από τους αρχικούς στόχους της ελληνικής κυβέρνησης. Η πολιτική ευθύνη για αυτήν τη διαγραφόμενη αποτυχία ανήκει στην κυβέρνηση. Δεν οφείλεται όμως τόσο σε λάθη διαπραγματευτικής τακτικής, αλλά στη γενικότερη φιλοσοφία της προσέγγισης που υιοθέτησε και στους βαθύτερους κοινωνικούς λόγους που της την υπαγόρευσαν.
Θεωρώ ότι οι αρχικές θέσεις της κυβέρνησης ήταν ορθές και η στάση της έντιμη. Η κυβέρνηση υποστήριζε ότι η πολιτική που είχε επιβληθεί από τους δανειστές στηρίχτηκε σε λανθασμένους υπολογισμούς και η εφαρμογή της είχε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που διακήρυσσαν ότι επιθυμούσαν οι εμπνευστές της. Σε αυτό συμφωνούσαν ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες σε όλο τον κόσμο και, στις παραμονές των εκλογών, το σύνολο των ελληνικών πολιτικών κομμάτων. Οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης ήταν να πείσει τους δανειστές να συμφωνήσουν σε μια λύση που θα ελάφρυνε το ελληνικό χρέος με μία μέθοδο που δεν θα τους υποχρέωνε να καταγράψουν λογιστικές απώλειες, όπως θα γινόταν στην περίπτωση ενός κλασικού κουρέματος. Οι πρώτες προτάσεις Βαρουφάκη για τη μετατροπή των ομολόγων σε χρέος εις το διηνεκές και σε χρέος με αναπτυξιακή ρήτρα αυτό το νόημα είχαν. Πάνω εκεί θα μπορούσε να είχε γίνει η διαπραγμάτευση για τη συγκεκριμένη μορφή της λύσης, ώστε τα δύο μέρη να καταλήξουν σε έναν «έντιμο συμβιβασμό». Οι προτάσεις αυτές έδεναν με την ανοικτή επιστολή Τσίπρα στην εφημερίδα Handelsblatt, όπου διαβεβαίωνε ότι η νέα κυβέρνηση δεν ζητούσε επιπλέον δάνεια, αλλά ζητούσε να της παρασχεθεί η ευχέρεια να αναπτύξει την οικονομία, προκειμένου να εκπληρώσει ευκολότερα τις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές και να αναστρέψει τη διαδικασία εξαθλίωσης της ελληνικής κοινωνίας.
Οι απόψεις των δανειστών δεν είναι αποτέλεσμα ιδεοληψίας
Το λάθος αυτής της προσέγγισης συνίστατο στο ότι οι απόψεις των δανειστών δεν απέρρεαν από εσφαλμένες θεωρίες και ιδεοληψίες, αλλά από συγκεκριμένη αντίληψη για τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα. Η συζήτηση δεν εκτυλισσόταν σε ένα πανεπιστημιακό σεμινάριο, αλλά σε έναν κύκλο εκπροσώπων συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων, μερικές φορές πολύ μερικών. Η νέα κυβέρνηση φαίνεται ότι είχε ελλιπή γνώση των στόχων των κύριων ευρωπαϊκών δυνάμεων, και ιδιαίτερα της Γερμανίας. Εκτίμησε επίσης λάθος τα περιθώρια ελιγμών που της έδιναν οι πραγματικές διαφορές ανάμεσα στις μεγάλες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, υποτιμώντας το μέγεθος της σύγκλισής τους σε ορισμένους βασικούς κανόνες, παρά τα επιμέρους αντιτιθέμενα συμφέροντα. Αποδείχθηκε επίσης ότι είχε λανθασμένη εκτίμηση για τον τρόπο που η ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες επηρεάζουν την έκφραση των δικών τους συμφερόντων και την πρόσληψη των επιδιώξεων των άλλων. Σε αυτές τις αστοχίες συνέβαλαν τα εθνικά στερεότυπα και οι αμπελοφιλοσοφίες περί «προτεσταντικής ηθικής» κλπ. που επικρατούν στον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα, χωρίς αυτό, βέβαια, να αποτελεί δικαιολογία. Κατά συνέπεια, δεν είχε διαβάσει σωστά την κωλυσιεργία των δανειστών απέναντι στην κυβέρνση Σαμαρά, η οποία είχε επιταχύνει την πτώση της, πιστεύοντας ότι οι δανειστές θα ήσαν πρόθυμοι να παραχωρήσουν στη νέα κυβέρνηση ό,τι είχαν αρνηθεί στην προηγούμενη. Αυτό είχε συμβεί το 1993 και το 2004, αλλά τα γεγονότα του 2009-2010 δείχνουν ότι είχαμε μπει σε διαφορετική εποχή.
Η διαπίστωση μέσα στον πρώτο μήνα από την ανάληψη της αρχής της αδυναμίας να πεισθούν οι δανειστές με λογικά επιχειρήματα σε αλλαγή πολιτικής απέναντι στο ελληνικό χρέος οδηγούσε την ελληνική κυβέρνηση μπροστά σε δύο επιλογές: είτε να αποδεχθεί την πλήρη συνθηκολόγηση είτε να προχωρήσει σε ρήξη. Η πρώτη επιλογή θα είχε εκείνη τη στιγμή ως αποτέλεσμα την πτώση της κυβέρνησης, η δεύτερη επίσης αποκλείστηκε· στις βαθύτερες αιτίες αυτής της απόρριψης θα αναφερθώ στη συνέχεια. Η κυβέρνηση νόμιζε ότι ξέφευγε από το δίλημμα υπογράφοντας τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, θεωρώντας ότι με αυτή κέρδιζε χρόνο για να συνεχίσει να διαπραγματεύεται και τελικά να πείσει. Πιστή στην τακτική της έντιμης στάσης δέχτηκε να αφοπλιστεί και να επιστρέψει στους δανειστές τα αχρησιμοποίητα ομόλογα του ΤΧΣ, που θα της είχαν επιτρέψει να αμβλύνει τις δημοσιονομικές πιέσεις για ικανό χρονικό διάστημα, και κατά συνέπεια να αντισταθεί. Η στάση αυτή εκτιμήθηκε από την άλλη πλευρά ως επιβεβαίωση της αδυναμίας της και ως ένδειξη έλλειψης ενός σχεδίου Β΄, που θα συμπεριλάμβανε την έξοδο από το ευρώ. Εφόσον λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε εναλλακτικό σχέδιο, οι ευρωπαίοι δανειστές μπορούσαν να την πιέσουν σε συνεχείς υποχωρήσεις για να επιτύχουν τους στόχους τους, πράγμα που έκαναν με μεγάλη επιτυχία και θα συνεχίσουν να το κάνουν και μετά την ενδεχόμενη επίτευξη μιας ενδιάμεσης, όπως θα αποδειχθεί, συμφωνίας μέσα στις επόμενες μέρες η εβδομάδες. Μέχρι αυτήν τη στιγμή, «η δημιουργική ασάφεια» λειτούργησε περισσότερο υπέρ των δανειστών, παρά υπέρ της ελληνικής πλευράς. Τους επέτρεψε να κωλυσιεργούν, απορρίπτοντας διαρκώς τις ελληνικές προτάσεις για «μεταρρυθμίσεις» ως ασαφείς και ανεπαρκείς, χωρίς να ομολογούν τον στόχο τους. Η πάροδος του χρόνου επέτρεψε να εκδηλωθεί και η κακοπιστία τους: για να δικαιολογηθούν στη δική τους κοινή γνώμη και να αντιστρέψουν τις επιτυχίες της ελληνικής κυβέρνησης και του Γιάνη Βαρουφάκη στις προσπάθειες να γίνει κατανοητή από την ξένη κοινή γνώμη η πραγματική φύση του ελληνικού προβλήματος, ξέχασαν «τον χωρίς όραμα Σαμαρά» και επανέφεραν το success story, αποδίδοντας τις σημερινές δυσκολίες της ελληνικής οικονομίας όχι στις προσπάθειές τους να τη στραγγαλίσουν, αλλά στην πολιτική της κυβέρνησης. Ξέχασαν, φαίνεται, ότι η προηγούμενη πολιτική οδήγησε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο στο 25% του δημόσιου χρέους και σε διαρκή υποχώρηση της τραπεζικής χρηματοδότησης της οικονομίας και ελπίζουν, χάρις στους αναμεταδότες τους στην Ελλάδα, να το ξεχάσουν και οι έλληνες πολίτες…
Η αδυναμία της κυβέρνησης είναι αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας
Η αδυναμία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην περίσταση αποτελούσε αδυναμία ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, με ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει σήμερα, υποχρεώθηκε να κάνει αστική πολιτική χωρίς να υπάρχει το συλλογικό κοινωνικό υποκείμενο αυτής της πολιτικής. Κατά τις πρώτες μέρες της νέας κυβέρνησης οι κλασικές εγχώριες εργοδοτικές οργανώσεις –οι «εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων», όπως τους έλεγαν παλιά–εξέδωσαν ανακοίνωση στήριξης της κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις. Αυτή η κίνηση που θα μπορούσε να είναι ιστορικής σημασίας, δεν είχε πλέον καμία βαρύτητα, εξαιτίας της εξασθένισης του εγχώριου παραγωγικού ιστού. Η συσσώρευση του κεφαλαίου πραγματοποιείται πλέον κατά κύριο λόγο εκτός της χώρας. Δεν είναι μόνον οι εφοπλιστές που είναι εξωχώριοι, αλλά και οι μεγάλες ελληνόκτητες επιχειρήσεις έχουν μεταφέρει σημαντικό μέρος των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων στο εξωτερικό και συχνά και την ίδια την εταιρική τους έδρα. Τους επιτρέπεται λοιπόν μια σχετική αδιαφορία για την τύχη της εσωτερικής αγοράς και της εθνικής οικονομίας. Μόνο με αυτήν τη μετατόπιση του κεφαλαίου μπορούμε να κατανοήσουμε την, για μικροπολιτικούς λόγους, υπονόμευση των τραπεζών και της εγχώριας οικονομίας στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας από τους εκπροσώπους των –κατά δήλωσή τους– αστικών κομμάτων με την πρόσκληση προς τους πολίτες να μεταφέρουν τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό. Μόνο μέσω αυτής μπορούμε, ακόμη, να κατανοήσουμε την έκδηλη ικανοποίηση των ελεγχόμενων από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα ΜΜΕ για την έξοδο των καταθέσεων.
Παράλληλα με την απίσχνανση του εγχώριου παραγωγικού ιστού πολλαπλασιάστηκαν οι διάφορες μορφές μεσαζόντων, συμβούλων κλπ. που εξαρτώνταν από τις μεταφορές ποσών από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία. Ταυτόχρονα, περιοριζόταν το βάρος των δημόσιων επενδύσεων με εθνικούς πόρους. Τα ευρωπαϊκά ταμεία χρηματοδοτούν πλέον τα πάντα: από τα έργα υποδομής και την έρευνα μέχρι την αναστήλωση μοναστηριών και την ανακατασκευή των πεζοδρομίων. Οι προτεραιότητες καθορίζονται εκτός της χώρας, χωρίς συζήτηση στο εσωτερικό, η διαχείριση των πόρων γίνεται από αυτονομούμενες γραφειοκρατίες σε συνεργασία με πλήθος μεσαζόντων που επιβάλλει το σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς δημοκρατικό έλεγχο. Αυτοί αναδείχθηκαν πλέον στους κόμβους του νέου πελατειακού συστήματος με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως συλλογικό πάτρωνα. Η ένταξη κάθε μικρού έργου της περιφέρειας στα ΕΣΠΑ κλπ. έχει γίνει το όνειρο όλων των τοπικών αρχών και βασικός λόγος αντιπαράθεσης σε αυτοδιοικητικές και εθνικές εκλογές. Από αυτό το νέο πελατειακό σύστημα εξαρτάται η αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος. Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε με την ανάπτυξη στην Ελλάδα μιας οικονομολογικής διανόησης που εκτελεί τη διαχείριση των χρηματικών κεφαλαίων και ερμηνεύει δικαιολογώντας το σύστημα στο οποίο συμμετέχει. Ποτέ η Ελλάδα δεν διέθετε τόσους πολλούς οικονομολόγους και τόση λίγη οικονομική σκέψη. Από αυτά τα διογκωμένα στρώματα διαχειριστών του συστήματος προέρχονται οι νέοι οργανικοί διανοούμενοι.
Ιστορικά, οι κρίσεις εξωτερικού δημόσιου χρέους έφερναν αντιμέτωπες αστικές τάξεις: εκείνη της υπό πτώχευση χώρας και τους ξένους κεφαλαιούχους. Η σημερινή κυβέρνηση βρέθηκε στην πρωτόγνωρη θέση να αναλάβει τη διαπραγμάτευση του δημόσιου όχι για λογαριασμό των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων της χώρας, αλλά για λογαριασμό των υποβαθμισμένων εκπροσώπων των παλαιών παραγωγικών δομών, των μικροεπιχειρηματιών και των μισθωτών. Η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί εκπρόσωποί της χαιρέτισαν το PSI, το οποίο, σε αντίθεση με κάθε ιστορική εμπειρία, «κούρεψε» κατά κύριο λόγο το εσωτερικό δημόσιο χρέος, εξασθενώντας από μέσα την οικονομία. Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση έχει απέναντί της έχει όχι μόνο τους εκπροσώπους των δανειστών, αλλά και τους μεγάλους έλληνες κεφαλαιούχους συνεπικουρούμενους από τους οργανικούς τους διανοούμενους.
Η ασταθής κοινωνική βάση της πολιτικής της κυβέρνησης
Ταυτόχρονα, η κοινωνική βάση της πολιτικής της είναι ασταθής. Το ζήτημα της μείωσης των καταθέσεων και της διαρροής τους στο εξωτερικό είναι ενδεικτικό γι’ αυτές τις αντιφατικές καταστάσεις. Πριν ξεκινήσει η αποθησαύριση των ποσών των μικροκαταθετών είχε εκδηλωθεί, όπως και το 2012, η μεταφορά σε καθημερινή βάση των εισπράξεων των θυγατρικών ξένων εταιριών σε λογαριασμούς τους στο εξωτερικό. Παράλληλα, οι εγχώριες τράπεζες συστήνουν ανοικτά στους εναπομείναντες σημαντικούς καταθέτες ασφαλείς τρόπους για να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Μια ματιά στα ταχύτερα αναπτυσσόμενα διεθνή αμοιβαία κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών και στα ασφαλιστικά συμβόλαια αποκαλύπτει αυτήν την πρακτική. Υπάρχουν ασφαλώς οι εφοπλιστές που εξαναγκάζονται από τις ξένες τράπεζες να μεταφέρουν πάραυτα εκτός Ελάδας το προϊόν των δανείων που αυτές τους παρέχουν, εάν δεν τα έχουν ήδη μεταφέρει, και οι ξενοδόχοι που υφίστανται ανάλογους εκβιασμούς από τους ξένους μεγάλους ταξειδιωτικούς οργανισμούς. Μεγάλο όμως, αν όχι το μεγαλύτερο, μέρος των εκροών οφείλεται σε αυτούς των οποίων τα συμφέροντα επιχειρεί να υπερασπισθεί η κυβέρνηση. Οι μεγαλοκαταθέτες είχαν ήδη μεταφέρει τα χρηματικά τους διαθέσιμα προ καιρού. Ανάλογα, παράλληλα με τη φοροαποφυγή των μεγάλων επιχειρήσεων εξακολουθεί να τρέχει η καθημερινή φοροδιαφυγή αυτών που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση. Συνολικά, οι περισσότεροι Έλληνες αντιδρούν στην κρίση με τα ίδια αντανακλαστικά με τα οποία πορεύθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες που συνίστανται στην προσπάθεια να μειωθεί το προσωπικό τους κόστος, αδιαφορώντας στην πράξη για τα συλλογικά συμφέροντα. Από αυτή την ελπίδα παρακινούμενοι πολλοί κινδυνεύουν να παρασυρθούν από την προπαγάνδα και να δεχθούν ως ανακούφιση μια οιαδήποτε συμφωνία με τη λογική του μικροαστικού «άσε τώρα, και βλέπουμε…».
Οι ξένοι δανειστές μας μπορεί καμιά φορά να διαθέτουν λανθασμένα ποσοτικά στοιχεία για το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα, αλλά έχουν πλήρη επίγνωση αυτής της κατάστασης και την εκμεταλλεύονται. Οι εγχώριοι αντίπαλοι της κυβέρνησης κάνουν ότι δεν ακούν τις επανειλημμένες δηλώσεις ξένων υπευθύνων, όπως τελευταία του Β. Σόϊμπλε στη Ρίγα, για την ανικανότητα των ελληνικών ελίτ και είναι πρόθυμοι να προσφέρουν ξανά τις υπηρεσίες τους, Ίσως να έχουν δίκιο, γιατί η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι στις χώρες που υπάρχει εξωτερική επέμβαση οι εκάστοτε ξένοι, για να ελέγξουν τη χώρα, προτιμούν να συναλλάσσονται με τη διεφθαρμένη και ανίκανη «ελίτ», παρά με αυτούς που θέλουν να αλλάξουν το σύστημα. Αυτό συνέβη κατ’ επανάληψη στην Ελλάδα και εξακολουθεί να συμβαίνει.
Η συμφωνία που μπορεί να συναφθεί ή η ρήξη δεν θα αποτελέσουν το Τέλος της Ιστορίας και σε κάθε περίπτωση θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε όλοι μας τα νέα προβλήματα. Εάν οι δυσκολίες που συναντά η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις για το χρέος οφείλονται σε βαθύτερες αδυναμίες της ελληνικής κοινωνίας, τότε και το ξεπέρασμα της σημερινής κατάστασης μας αφορά όλους. Η κυβέρνηση δεν θα πρέπει να αφήσει να χαθεί επικοινωνιακά το νόημα του εκλογικού αποτελέσματος της 25ης Ιανουαρίου, προσπαθώντας να εξωραΐσει τη νέα συμφωνία. Και το νόημα ήταν ότι η προηγούμενη πολιτική αποδιάρθρωσε την κοινωνία, γι’ αυτό οι πολίτες καταψήφισαν αυτούς που την υλοποίησαν. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις, στην Ελλάδα οπωσδήποτε, και συχνά και στο εξωτερικό που δέχθηκαν να εφαρμόσουν αυτές τις πολιτικές λιτότητας αποδείχθηκαν αναλώσιμες. Με τη σημερινή κυβέρνηση δεν θα αναλωθεί μόνο μια πολιτική ομάδα, αλλά και οι ελπίδες έλλογης λύσης από το εσωτερικό της κοινωνίας με συνέπεια αυτό που διακυβεύεται να είναι η ίδια η δημοκρατία στην Ελλάδα. Καμία πρόταση για έξοδο από αυτό το τέλμα δεν θα έχει ελπίδες επιτυχίας αν δεν στηρίζεται σε σωστή ανάλυση της διεθνούς και της ελληνικής συγκυρίας και σε προτάσεις για μια πολιτική που θα παίρνει μεν υπόψη της τις προσδοκίες της κοινωνίας θα στηρίζεται όμως στην ανάλυση αυτή. 
* Ο Χρήστος Χατζηιωσήφ είναι ιστορικός

Spiegel: Η Ελβετία κάρφωνε τους φοροφυγάδες και οι ελληνικές κυβερνήσεις αδιαφορούσαν

Πρόκληση

14:19 | 10 Μάιος. 2015
Τελευταία ανανέωση 14:26 | 10 Μάιος. 2015
Την ίδια στιγμή που η Ελλάδα έπαιρνε την κατηφόρα της οικονομικής κρίσης, οι ελληνικές κυβερνήσεις αδιαφορούσαν για την φοροδιαφυγή που έπαιρνε τον δρόμο της Ελβετίας γράφει σε σημερινό του δημοσίευμα to Der Spiegel. Όπως μάλιστα αναφέρει το γερμανικό περιοδικό οι πρώην αρμόδιοι υπουργοί κώφευαν στις διεθνείς προτάσεις για την πάταξη του φαινομένου… ή ίσως έκαναν τα στραβά μάτια.
Αρκετές ελληνικές κυβερνήσεις δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για τη δίωξη Ελλήνων φοροφυγάδων στην Ελβετία με τις σχετικές προτάσεις των ελβετικών αρχών να μένουν στην πράξη χωρίς απάντηση, υποστηρίζει σε άρθρο του το περιοδικό Der Spiegel. «Η στάση αυτή μας δημιούργησε την εντύπωση ότι στην Αθήνα δεν ενδιαφέρεται κανείς σοβαρά για αυτή την υπόθεση», δηλώνουν ελβετικές πηγές στη σημερινή έντυπη έκδοση του γερμανικού περιοδικού.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα όταν το 2012 έγινε η αλλαγή της διμερούς σύμβασης για την αποφυγή της διπλής φορολόγησης, οι Ελβετοί είχαν εκφράσει την πρόθεση να βοηθήσουν τους Έλληνες ομολόγους τους στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Την άνοιξη του 2014 μάλιστα η Βέρνη είχε προτείνει στην κυβέρνηση Σαμαρά διαπραγματεύσεις για την επιβολή «φόρου στην πηγή» στα εισοδήματα από ελληνικές καταθέσεις στην Ελβετία κατά το πρότυπο της επιβολής αντίστοιχου φόρου σε αυστριακούς και βρετανούς καταθέτες.
Οι Ελβετοί όμως μάλλον δεν γνωρίζουν την ελληνική παροιμία «στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα». Η μόνη αντίδραση από την τότε  κυβέρνηση  Σαμαρά ήταν ένα αίτημα για μια προκαταβολή «μη ρεαλιστικού» ύψους, σύμφωνα με ελβετικές πηγές. Ακόμα χειρότερη η εικόνα της Ελλάδας συνολικά από το 2012, καθώς μόλις 15 αιτήσεις συνδρομής για ελέγχους επί ελβετικού εδάφους έχουν υποβληθεί συνολικά από τη χώρα μας.
Κι όλα αυτά όταν μόνο στη λίστα Λαγκάρντ αναφέρονται 2.059 ονόματα Ελλήνων που είχαν καταθέσεις σε ένα και μοναδικό υποκατάστημα: σε αυτό της τράπεζας HSBC στη Γενεύη, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει το δημοσίευμα.
Ως αιτία για την «αξιοπερίεργη αδιαφορία» της Αθήνας η ελβετική πλευρά επισημαίνει στους Γερμανούς «την ανικανότητα αλλά και την απουσία πολιτικής βούλησης», σημειώνει το Der Spiegel.
Σύμφωνα με το περιοδικό, η Ελβετία εξακολουθεί να είναι διατιθέμενη να παρέχει βοήθεια στην Αθήνα για «πραγματοποιήσιμες λύσεις», με τις ελβετικές τράπεζες να έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν πιέσεις στους πελάτες τους να δηλώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία απειλώντας στη χειρότερη περίπτωση ακόμα και με κλείσιμο λογαριασμών.
Ως προς το ύψος των ελληνικών καταθέσεων η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας τις υπολογίζει στα 6,6 δισ. ελβετικά φράγκα. Επιπλέον, θα πρέπει να συνυπολογιστούν τουλάχιστον 6 δισ. σε ομόλογα. Το 2010 η ελβετική χρηματιστηριακή εταιρία Helvea υπολόγιζε ότι οι ελληνικές καταθέσεις σε «μαύρο χρήμα σε ελβετικές τράπεζες ανέρχονταν σε 24 δισ. ελβετικά φράγκα.
* Με πληροφορίες από την Deutsche Welle
Από το tvxs

Το ορατό χέρι του κράτους

mariana_mazzucato.jpg

Η καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ, Mariana Mazzucato
Κυριαρχεί στις μέρες μας η ιδέα ότι ο «γραφειοκρατικός» δημόσιος τομέας εμποδίζει την ανάπτυξη ενός «δυναμικού» ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Η Mariana Mazzucato, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ, υποστηρίζει αντίθετα ότι, αν δεν υπάρχει ένας δυναμικός δημόσιος τομέας είναι αδύνατο να επιτευχθεί η ανάπτυξη στον ιδιωτικό τομέα. Στο βιβλίο της «Το επιχειρηματικό κράτος», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας (εκδόσεις «Κριτική», εισαγωγή –επιμέλεια: Γιάννης Καλογήρου, μετάφραση: Πέτρος Παπαζαχαρίου), η Ματσουκάτο καταδεικνύει ότι πίσω από τους μεγάλους κύκλους τεχνολογικής ανανέωσης, που μετασχηματίζουν τη σύγχρονη οικονομία, συναντάμε την ενεργητική παρέμβαση του κράτους. Η ακόλουθη συνέντευξη της Ματσουκάτο δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera.
• Συνήθως σκεφτόμαστε ότι η ιδιωτική επιχείρηση είναι μια ανανεωτική δύναμη και ότι το κράτος είναι μια δύναμη αδράνειας, καθώς είναι υπερβολικά μεγάλο και βαρύ ώστε να λειτουργεί ως κινητήριος μοχλός.
Και όμως αυτοί οι ισχυρισμοί είναι μόνον το αποτέλεσμα ιδεολογικών τοποθετήσεων και όχι γεγονότων.
• Εσείς απαριθμείτε έναν αρκετά μεγάλο αριθμό μύθων που πρέπει να διαψευστούν.
Ο κυριότερος είναι ότι το κράτος οφείλει μόνον να «διορθώνει» τις αποτυχίες του συστήματος της αγοράς. Για παράδειγμα: να επενδύει στη βασική έρευνα. Στην πραγματικότητα, περιοχές όπως η Σίλικον Βάλεϊ γνώρισαν σε δράση το ορατότατο χέρι του κράτους κατά μήκος ολόκληρης της αλυσίδας της ανανέωσης: βασική έρευνα, εφαρμοσμένη έρευνα, αλλά και χρηματοδότηση για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, δεδομένου ότι το επιχειρηματικό κεφάλαιο θέλει κέρδη σε τρία χρόνια, ενώ η ανανέωση απαιτεί 15 έως 20 χρόνια για να παράγει κέρδη. Στο βιβλίο μου αποδομώ και τον μύθο της μικρής επιχείρησης. Αυτό που μετράει δεν είναι η διάσταση, αλλά ο βαθμός στον οποίο η επιχείρηση (μικρή, μεσαία και μεγάλη) επιθυμεί και είναι ικανή να επενδύσει στη μακρά περίοδο και σε τομείς όπως το ανθρώπινο κεφάλαιο, η έρευνα και η ανάπτυξη. Συχνά αυτή η «επιθυμία» έρχεται μόνον αφού το κράτος αναλάβει τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος δημιουργεί αγορά και όχι μόνον τη διορθώνει.
• Να εκσυγχρονίσουμε και να μειώσουμε τη γραφειοκρατία: αυτό δεν πρέπει να κάνουμε;
Ο εκσυγχρονισμός της γραφειοκρατίας δεν αρκεί, δεν θα αρκέσει διόλου για να πετύχουμε την επανεκκίνηση της οικονομίας. Υπάρχουν χώρες όπως η Κόστα Ρίκα, όπου σχεδόν δεν υπάρχει το βάρος του κράτους, και οι οποίες αναπτύσσονται λίγο. Πολλές κυβερνήσεις αναρωτιούνται πώς να αυξήσουν την παραγωγικότητα και την ανανέωση. Οι μελέτες μου προμηθεύουν γενικές κατευθύνσεις για τον προσδιορισμό των πιο αποτελεσματικών πολιτικών. Η Ευρώπη βλέπει συχνά τις Ηνωμένες Πολιτείες με φθόνο, αλλά δεν έχει κατανοήσει τον πελώριο ρόλο που έπαιξε το κράτος στη Σίλικον Βάλεϊ. Υπάρχει πράγματι ένα επιχειρηματικό και ανανεωτικό κράτος πίσω από τον αλγόριθμο της Google και πίσω από την τεχνολογία του IPhone, όπως και πίσω από την ανάπτυξη της Πράσινης Οικονομίας, των νανοτεχνολογιών και της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Το ζητούμενο δεν είναι να έχουμε δημόσια βιομηχανία ή κρατικές επιχειρήσεις. Αντίθετα, το ζητούμενο είναι να γίνουν μεγάλες επενδύσεις στην έρευνα, των οποίων το ρίσκο κανείς ιδιώτης επιχειρηματίας δεν θα μπορούσε ποτέ να αναλάβει.
• Ο Στιβ Τζομπς παρακινούσε τους νέους «Stay hungry, stay foolish» («μείνετε πεινασμένοι, διατηρήστε την τρέλα σας»). Δεν αρκούν οι ανανεωτές ιδιώτες;
Προκειμένου η οικονομία να μπορέσει να ανακάμψει, το κράτος είναι αυτό που πρέπει να μείνει hungry and foolish, να διαθέτει ένα όραμα και να αναλάβει μιαν αποστολή. Εχω αναλύσει διάφορες περιπτώσεις και τα εμπειρικά δεδομένα περιγράφουν μια κατάσταση αντίθετη με όσα νομίζουμε. Ο ιδιωτικός τομέας γίνεται αρκετά τολμηρός μόνον αφού προηγουμένως το κράτος έχει θαρραλέα κάνει μακρόπνοες επενδύσεις υψηλού ρίσκου. Κανείς ιδιώτης δεν θα μπορούσε να αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα. Ολες οι αμερικανικές κυβερνήσεις, όχι μόνον εκείνες των Δημοκρατικών αλλά και εκείνες των Ρεπουμπλικανών, από τον Αϊζενχάουερ ώς τον Μπους, παρενέβησαν, και είναι γι’ αυτό τον λόγο που οι Ηνωμένες Πολιτείες μπόρεσαν να επανεκκινήσουν την οικονομία τους. Εκείνες οι περιοχές και εκείνες οι χώρες που είχαν επιτυχίες στην επιδίωξη μιας ανάπτυξης καθοδηγούμενης από την ανανέωση επωφελήθηκαν από πολιτικές που δεν διστάζω να τις χαρακτηρίσω οραματικές, προσανατολισμένες σε μιαν αποστολή, όπως το να στείλουν τον άνθρωπο στη Σελήνη ή να αντιμετωπίσουν προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή και η ευημερία ενός πληθυσμού που γερνάει.
• Με δυο λόγια, σε ό,τι αφορά την Ιταλία η κυβέρνηση Ρέντσι έχει προειδοποιηθεί. Ποιος δρα όμως συγκεκριμένα στα διάφορα κράτη;
Οι κρατικές υπηρεσίες όπως η αμερικανική DARPA (Υπηρεσία Προηγμένης Ερευνας Αμυντικών Σχεδίων, που είναι επιφορτισμένη με την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών για στρατιωτική χρήση), το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας (με επενδύσεις 32 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο) ή στην Κίνα η Αναπτυξιακή Τράπεζα της Κίνας. Μια από τις πιο μεγάλες προκλήσεις είναι το πώς θα προσελκυστούν τα καλύτερα «ταλέντα» στον δημόσιο τομέα. Αυτό δεν είναι μόνον ένα αποτέλεσμα αξιοκρατίας. Είναι και μια συνέπεια της ικανότητας να καταστήσουμε το κράτος έναν χώρο οραματισμού –και να το προσανατολίσουμε στην εκπλήρωση μιας αποστολής–, όπου οι καλύτεροι επιστήμονες θα θεωρούν τιμή τους να εργάζονται. Ο δημόσιος τομέας, για παράδειγμα στις ΗΠΑ, είναι τόσο ελκυστικός με την έννοια της «αποστολής» που καλείται να εκπληρώσει, ώστε να παρακινεί νομπελίστες να τον υπηρετούν, μολονότι οι μισθοί που δίνει δεν συγκρίνονται με εκείνους του ιδιωτικού τομέα.
• Η αναφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες καταδεικνύει ότι υπάρχει και ένας άλλος μύθος, εκείνος των ΗΠΑ με ένα «αδύναμο» κράτος;
Ναι, μπορεί να φανεί παράδοξο, καθώς η εικόνα που έχουμε είναι εκείνη μιας Ευρώπης με κρατισμό και μιας Αμερικής πρακτικά χωρίς κράτος. Ωστόσο δεν είναι καθόλου έτσι, αφού οι ΗΠΑ έχουν παράδοξα περισσότερο κράτος από τις ευρωπαϊκές χώρες. Και τα στοιχεία του ΟΟΣΑ μάς δείχνουν ότι δαπανούν περισσότερα με τρόπο άμεσο και λιγότερο μέσω φορολογικών κινήτρων.
• Περισσότερο κράτος και περισσότερη αγορά;
Ναι, το κράτος κατορθώνει να αναλαμβάνει μελλοντικούς κινδύνους όπως κανείς άλλος δεν μπορεί να το κάνει, και γι’ αυτό, όπως υποστήριζε ο Κέινς, οφείλει να το κάνει. Φυσικά πρέπει να έχει τους πόρους για να μπορεί να το κάνει. Οι χρηματοδοτήσεις μπορεί να προέρχονται από τη φορολογία (πράγμα που δεν είναι πάντοτε εύκολο), από την Κεντρική Τράπεζα (με τη δημιουργία χρήματος), αλλά και μέσω μηχανισμών όπου το κράτος κρατάει ένα μέρος των εσόδων που χρησιμοποιούνται για να καλύπτονται ορισμένες απώλειες ή για να χρηματοδοτείται ο προσεχής γύρος επενδύσεων. Οπως κάνουν στο Ισραήλ και στη Φινλανδία. Είναι σωστό η Tesla Motors του Ελον Μασκ να έχει πάρει 500 εκατομμύρια δολάρια δάνειο εγγυημένο από τον Ομπάμα, με όλα τα κέρδη της ιδιωτικοποιημένα; Αν είχε πάει άσχημα, ποιος θα είχε πληρώσει; Γι’ αυτό εξηγώ στο βιβλίο μου διάφορους μηχανισμούς που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να δημιουργηθεί μια ανάπτυξη όχι μόνον πιο «έξυπνη» αλλά και πιο «περιεκτική». Το να μην παραδεχόμαστε ότι το κράτος είναι μια από τις πιο ανανεωτικές και επιχειρηματικές δυνάμεις σήμερα έχει ως αποτέλεσμα να κοινωνικοποιείται το ρίσκο και όχι τα κέρδη.
Από την Εφημερίδα των Συντακτών